ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Πως μπορώ να λαμβάνω το Άμαστρις;

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Αφιέρωμα στους πρωτομάστορες της ποντιακής μουσικής: Χρήστος Αϊβαζίδης (1916-1972)


  «Εμέναν Χρήστο λέγ’νε με, τ’ Αϊβάζ΄ η φαμελία μ’,
’ς σα μέσα σ’ να τυλίγουμε, χωρίς παρακαλίαν…»
  
Ο Χρήστος Αϊβαζίδης γεννήθηκε το 1916 στο Αργαλί, ένα από τα Σιμοχώρια της Τραπεζούντας, κοντά στα Πλάτανα. Ο πατέρας του Χαράλαμπος ήταν γνωστός παραδοσιακός λυράρης της περιοχής κι από αυτόν πήρε τα πρώτα του ακούσματα. To 1923 η οικογένεια ήρθε στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκε στο Κολχικό Λαγκαδά.
Όπως κι οι περισσότεροι λυράρηδες της γενιάς του, έτσι κι ο Χρήστος Αϊβαζίδης, υπήρξε αυτοδίδακτος. Επίσης δεν υπήρξε ποτέ επαγγελματίας λυράρης υπό τη σημερινή έννοια του όρου. Μπορεί να διασκέδασε με τη λύρα του γενιές Ποντίων και να έπαιξε σε πάρα πολλούς γάμους κυρίως στα ποντιακά χωριά της περιοχής του Λαγκαδά, ποτέ όμως δεν επιδίωξε να κάνει την τέχνη του επάγγελμα, ούτε ηχογράφησε κάποιο δίσκο. Παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του απλός γεωργός, αλλά πάντα ανιδιοτελής, αφιλοχρήματος και πρόθυμος να επενδύσει με το μελωδικό του παίξιμο τα γλέντια των συγχωριανών του, που τον λάτρευαν στην κυριολεξία.
Το βασικό χαρακτηριστικό του Χρήστου Αϊβαζίδη ως λυράρη υπήρξε το απόλυτα παραδοσιακό παίξιμό του και η ιδιαίτερη επίδοσή του στη μουσική παράδοση της ιδιαίτερης πατρίδας του. Τα Σιμοχώρια, όπως αποκαλούνται τα -ελληνικά στη μεγάλη πλειοψηφία τους- χωριά γύρω από την Τραπεζούντα, είχαν μια πλούσια τοπική μουσική παράδοση, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας ήταν οι όμορφοι και σε πολλές περιπτώσεις ιδιόμορφοι επιτραπέζιοι σκοποί. Αυτή τη μουσική παράδοση, την ξεχωριστή για τη μελωδικότητα της, υπηρέτησε με συνέπεια σε όλη του τη ζωή ο Χρήστος Αϊβαζίδης με αποτέλεσμα να αναδειχθεί μεταπολεμικά στον επιφανέστερο εκπρόσωπό της στον Ελλαδικό χώρο. Στην περίπτωση μάλιστα της μουσικής παράδοσης των Σιμοχωρίων η Ανταλλαγή είχε μια αξιοσημείωτη συνέπεια: πολύ σύντομα η μουσική παράδοση των Σιμοχωρίων αναμείχθηκε με την αντίστοιχη παράδοση των προσφύγων από την Τσιμερά της Αργυρούπολης που είχαν εγκατασταθεί στο γειτονικό Πολυδένδρι, δημιουργώντας μία νέα μουσική ταυτότητα.  Το μουσικό στυλ  δηλαδή που σήμερα ονομάζουμε «Λαγκαδιανό» και που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αποτέλεσμα του μουσικού «συγχρωτισμού» των προσφύγων από δύο διαφορετικές περιοχές, που στη μακρινή πατρίδα απείχαν μεταξύ τους πάνω από 100 χιλιόμετρα. Σε αυτή τη «ανάμειξη» που πραγματοποιήθηκε με πρωταγωνιστή το Χρήστο Αϊβαζίδη, οι «Τσιμερίτ’» εισέφεραν τα δυναμικά «μονά» τους και οι «Αργαλέτ’», «Μουντέτ’» και γενικότερα οι πρόσφυγες από τα Σιμοχώρια της Τραπεζούντας τους μελωδικούς επιτραπέζιους σκοπούς τους.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό που έκανε τον Αϊβάζ’ να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους λυράρηδες της γενιάς του, ήταν η απόλυτη άρνηση του να ακολουθήσει έστω και κατ’ ελάχιστο την τεχνική εξέλιξη που σημειώθηκε στα χρόνια του. Αν και υπήρξαν φίλοι με το Γώγο από τη δεκαετία του 1930, δεν επηρεάστηκε σε τίποτε από αυτόν, αλλά συνέχισε να παίζει με το δικό του παραδοσιακό τρόπο, που ήταν «αρχαϊκότερος» ακόμη και από αυτόν του πατέρα του Γώγου, του Σταύρη.
Ο Αϊβαζίδης εντυπωσίαζε όχι μόνο με το παίξιμό του και το μελωδικό τραγούδι του, αλλά και με τον «πανηγυρικό», όπως πολύ εύστοχα το χαρακτήρισε ο Στάθης Ευσταθιάδης, τρόπο που έπαιζε. Υπάρχουν πολλές φωτογραφίες που τον δείχνουν να παίζει κρατώντας τη λύρα στον αέρα, ακριβώς όπως έκαναν οι παλαιοί λυράρηδες της πατρίδας, να παίζει όρθιος ή ακόμη και ανεβασμένος πάνω σ’ ένα τραπέζι. Από την άποψη αυτή, οι λίγες σωζόμενες ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις του, όσο κι αν αποδεικνύουν τη μελωδικότητα του παιξίματός του, αδυνατούν να μας μεταφέρουν τη συγκλονιστική εντύπωση που προκαλούσε στους συνδιασκεδαστές του.
Ο πρόωρος όσο και δραματικός θάνατός του σε ηλικία μόλις 54 χρόνων, επέτεινε τη φήμη του και τροφοδότησε το μύθο του, που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Το Μάρτιο του 1972 γυρνώντας από έναν αρραβώνα, το αυτοκίνητο που τον μετέφερε σταμάτησε στο Δερβένι της Θεσσαλονίκης, προκειμένου να περιμένει το λεωφορείο που μετέφερε τους υπόλοιπους καλεσμένους.  Ο Αϊβαζίδης βγήκε από το αυτοκίνητο κι, όπως συνήθιζε,  άρχισε να παίζει λύρα και να τραγουδά μαζί με την παρέα του. Ξαφνικά ένα αυτοκίνητο που διερχόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα τον παρέσυρε και τον σκότωσε. Ξεψύχησε κρατώντας στα χέρια του τη λύρα του. Ο θάνατος του συγκλόνισε την τοπική κοινωνία του Κολχικού, αλλά και ολόκληρο τον κόσμο της ποντιακής μουσικής και τραγουδήθηκε όσο ελάχιστων άλλων λυράρηδων...

(Δημοσιεύθηκε στο τεύχος 26 του περιοδικού Άμαστρις που κυκλοφόρησε πρόσφατα)

                

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Από την πνευματική κίνηση της Πατρίδας...


Πόντος. «Μηνιαίον περιοδικόν, όργανον του εν Μερζιφούντι Ελληνικού συλλόγου Πόντος…». Τεύχος Β, Έτος Β. Τιμή εκάστου φύλλου γρόσια δύο…

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

10 βασικοί κανόνες για ένα καλό «μουχαπέτ’»….


(από το τεύχος Νο 26, που μόλις κυκλοφόρησε...)

Το μουχαπέτ ή «παρακάθ’» ή απλά «παρέα» είναι ο κλασσικός τρόπος διασκέδασης των Ποντίων. Μια ομάδα φίλων, με επικεφαλής το λυράρη, κάθεται γύρω από ένα τραπέζι και τραγουδά παραδοσιακούς επιτραπέζιους σκοπούς. Τα τελευταία χρόνια γνωρίζει μια νέα άνθιση, κυρίως ως διαδικασία μουσικής μύησης της νεώτερης γενιάς. Καθώς όμως οι παλαιότεροι -και κυρίως αυτοί  για τους οποίους το μουχαπέτ ήταν  περισσότερο τρόπος ζωής και λιγότερο μέσο μουσικής έκφρασης- φεύγουν, πληθαίνουν τα φαινόμενα εκφυλισμού του. Δημοσιεύουμε λοιπόν μια σειρά κανόνων για ένα καλό μουχαπέτ, με την ελπίδα πως θα σας φανούν χρήσιμοι για απολαυστικές στιγμές αυθεντικής ποντιακής διασκέδασης…


Κανόνας πρώτος: Το καλό μουχαπέτ γίνεται αυθόρμητα και σχεδόν ποτέ δεν προγραμματίζεται…

Κανόνας δεύτερος:  Το μυστικό για ένα καλό μουχαπέτ είναι ο αριθμός των συμμετεχόντων. Αν είναι λιγότεροι από τέσσερις, κινδυνεύετε να βαρεθείτε ο ένας τον άλλον, αν όμως υπερβαίνουν τους εννέα τότε καλύτερα να οργανώνατε χοροεσπερίδα…

Κανόνας τρίτος: Το μουχαπέτ είναι μια συμμετοχική διαδικασία. Επομένως, αν δεν τραγουδάτε κι επιθυμείτε μόνο να ακούτε, καλό είναι να αρκεστείτε στο κασετόφωνό σας…

Κανόνας τέταρτος: Το μουχαπέτ είναι διαδικασία συμμετοχική, αλλ’ όχι δημοκρατική. Yπόκειται στους δικούς του ιεραρχικούς κανόνες. Επομένως, αν είστε καινούριος στο σπορ (ή αν οι μοίρες δε σας προίκισαν με αξιοσημείωτα φωνητικά προσόντα), καλό θα είναι να χαρίσετε στους υπόλοιπους το ταλέντο σας με φειδώ…

Κανόνας πέμπτος: Το μουχαπέτ προϋποθέτει μια επίφαση αυθεντικότητας. Επομένως, αν τα ποντιακά σας είναι σε επίπεδο κάτω του Lower (του τύπου «ντο ’φτας» κλπ), καλό θα ήταν πριν το επιχειρήσετε να κάνετε πρώτα μια μικρή προπόνηση…

Κανόνας έκτος: Το μουχαπέτ βασίζεται στα κοινά βιώματα και ακούσματα των συμμετεχόντων. Αν είσαστε επαγγελματίας Πόντιος μουσικός και έχει μόλις κυκλοφορήσει ο τελευταίος σας δίσκος, καλύτερα να επιλέξετε έναν άλλο τρόπο να διαφημίσετε τα υποψήφια «σουξέ» σας…

Κανόνας έβδομος: Το μουχαπέτ έχει το δικό του ειδικό ρεπερτόριο, που αποτελείται βασικά από επιτραπέζιους σκοπούς. Δε θα σας παρεξηγήσει κανείς αν εκφράσετε την επιθυμία να χορέψετε ένα τικ, αν όμως το παρακάνετε διατρέχετε τον κίνδυνο να σας παραπέμψουν στο τμήμα εκμάθησης ποντιακών χορών του Ποντιακού συλλόγου της γειτονιά σας…

Κανόνας όγδοος: Το καλό μουχαπέτ προϋποθέτει γενναία κατανάλωση οινοπνεύματος. Αν δεν πίνετε ή αν το αγαπημένο σας ποτό είναι το τζιν με τόνικ, καλό είναι προτιμήσετε το απογευματινό τέιον των κυριών της ενορίας σας…

Κανόνας ένατος:  Το μουχαπέτ είναι μια αντρική υπόθεση, πράγμα που σημαίνει ότι, αν η σύζυγός σας δεν είναι fan της ποντιακής μουσικής ή αν δεν χάνει ευκαιρία να παρουσιάσει στις φίλες της την ιδανική συνταγή για «χαβίτσ’» ελαφρύ και μη παχυντικό, καλό θα ήταν να μην την πάρετε μαζί σας…

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Αυτό το μήνα το Άμαστρις ανακρίνει το... Γιάννη Μπουτάρη !


Είχαμε προαναγγείλει ότι στο τεύχος 26 του Άμαστρις θα φιλοξενήσουμε μια συνέντευξη διαφορετική από τις υπόλοιπες. Κάποιοι το υποψιάστηκαν από την αρχή:  «λες να είναι ο Μπουτάρης;». Ναι, είναι ο Γιάννης Μπουτάρης. Για να τον ρωτήσουμε όλα όσα νιώθαμε ότι έπρεπε κάποια στιγμή να τον ρωτήσουμε. Αυτές είναι κάποιες μόνο από τις ερωτήσεις που του κάναμε. Σε λίγες ημέρες, όταν κυκλοφορήσει το τεύχος, θα έχετε την ευκαιρία να δείτε και τις απαντήσεις του, που σε αρκετές περιπτώσεις είναι αρκετά διαφορετικές απ’ αυτές που ίσως θα περιμένατε…

  • Υπάρχει μια σειρά δηλώσεών σας γύρω από ζητήματα της νεώτερης ελληνοτουρκικής ιστορίας, που έχουν πυροδοτήσει πολλές αντιδράσεις (και στον ποντιακό χώρο ακόμη περισσότερες...). Τελικά πόσο φιλοκεμαλιστής είναι ο Γιάννης Μπουτάρης;
  • Δηλαδή, ποιά είναι η προσωπική σας άποψη για τον Κεμάλ;
  • Να σας θυμίσω ότι πέρα από τις θεωρητικές διακηρύξεις τους περί ισονομίας, ισοπολιτείας κλπ, οι Νεότουρκοι έχουν καταγραφεί -ακόμη και από την τουρκική ιστοριογραφία- ως μία άκρως εθνικιστική κίνηση. Τους Αρμένιους δεν τους έσφαξε ο Κεμάλ, οι Νεότουρκοι τους έσφαξαν…
  • Ομολογώ ότι, αν αυτό το έλεγε ο δήμαρχος της Πάτρας ή του Άργους, ίσως θα ακουγόταν φυσιολογικό. Δεν είναι όμως κυνικό μια πόλη που συνδέεται με μια από τις πιο γνωστές γενοκτονίες του 20ου αιώνα, όπως το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, να δίνει την εντύπωση ότι προσπαθεί να αποκομίσει οικονομικά οφέλη από άλλες γενοκτονίες;
  • Θεωρείτε ότι τα ανοίγματα προς την άλλη πλευρά, για τα οποία μιλήσαμε προηγουμένως,  συγκεντρώνουν την αποδοχή των δημοτών σας;
  • Την ίδια στιγμή όμως οι Τούρκοι ετοιμάζονται να μετατρέψουν την Αγία Σοφία της Τραπεζούντας σε τζαμί…
  • Πριν από λίγο καιρό ανακοινώσατε σε αυτήν εδώ την αίθουσα την έναρξη μιας σειράς μαθημάτων εκμάθησης της ποντιακής διαλέκτου υπό την αιγίδα του Δήμου Θεσσαλονίκης. Γιατί ειδικά η ποντιακή διάλεκτος; Θα είχε άδικο να συσχετίσει κανείς αυτή σας την απόφαση με τη γνωστή «εμπλοκή» που σημειώθηκε πρόσφατα στις σχέσεις σας με την Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδος;
  • Το ότι οι Πόντιοι δεν είναι ενωμένοι, είναι δεδομένο. Ακόμη κι έτσι όμως, δικαιούται ο Δήμος να προσπαθεί να τους ενώσει «με το ζόρι»;
  • Οι «κακές» γλώσσες πάντως έσπευσαν να συσχετίσουν την όλη «εμπλοκή» με το γεγονός ότι στη δημοτική σας παράταξη μετέχει γόνος γνωστής ποντιακής οικογένειας, που πρωταγωνιστεί επί δεκαετίες στα ποντιακά πράγματα…
  • Ωστόσο η κατάσταση εξελίχθηκε διαφορετικά, φτάσαμε στα δικαστήρια…
  • Αν δεν απατώμαι, είσαστε ο 4ος στη σειρά Βλάχος δήμαρχος στην ιστορία της Θεσσαλονίκης. Πως εξηγείτε το γεγονός ότι δεν υπήρξε ποτέ Πόντιος δήμαρχος στην πόλη;  
  • Δεν αντέχω τον πειρασμό να μην κλείσω με μία πολιτική ερώτηση, την οποία είμαι βέβαιος ότι θα σας την έχουν κάνει πολλές φορές. Τελικά η πόλη στην οποία είσαστε δήμαρχος, είναι μια πόλη τόσο ακροδεξιά ή έστω τόσο συντηρητική, όσο την παρουσιάζουν πολλές φορές τα ρεπορτάζ των αθηναϊκών ΜΜΕ;


Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Γιώργος Παρχαρίδης: «O στόχος της ενότητας των Ποντίων έχει επιτευχθεί...»


Οι τακτικοί αναγνώστες μας γνωρίζουν πολύ καλά ότι αυτό το περιοδικό δεν προσπάθησε ποτέ να κρύψει την αυστηρή κριτική ματιά με την οποία αντιμετωπίζει το κοινωνικό φαινόμενο του λεγόμενου «οργανωμένου ποντιακού χώρου». Όχι βέβαια από διάθεση απαξίωσης των ανθρώπων που έταξαν τον εαυτό τους στην υπηρεσία του. Αλλά γιατί πιστεύουμε ότι η φυσική θέση του ποντιακού τύπου δεν είναι δίπλα τους, όπως πιστεύουν πολλοί, αλλά απέναντι τους. Αλλά και κάτι ακόμη: ότι πολλά από τα κακώς κείμενα αυτού του χώρου θα είχαν πάψει από καιρού να υφίστανται, αν ο ποντιακός τύπος ήταν κατά τι αυστηρότερος έναντι της ηγεσίας του. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία…
Με αφορμή λοιπόν τις πολλές και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προκλήσεις στις οποίες καλείται να ανταποκριθεί αυτή την περίοδο ο χώρος των ποντιακών σωματείων, σκεφτήκαμε να εγκαινιάσουμε μια σειρά συνεντεύξεων με τους σημαντικότερους από τους εκπροσώπους του. Ασφαλώς θα ακολουθήσουν πολλοί, από κάθε πλευρά του πολύχρωμου ποντιακού φάσματος. Στοιχειώδης όμως επίγνωση του χώρου και των συσχετισμών που επικρατούν σε αυτόν, καθιστούσαν την επιλογή του προέδρου της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος Γιώργου Παρχαρίδη, ως πρώτου καλεσμένου μας,  σχεδόν αυτονόητη. 
Στο παρελθόν και ιδίως την περίοδο της τελευταίας επανεκλογής του, εξέφρασα σοβαρές ενστάσεις για πολλές από τις επιλογές του Γιώργου Παρχαρίδη, κι αυτό παρά την μακροχρόνια γνωριμία μας. Δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να ενοχλήθηκε. Άλλωστε είναι γνωστό ότι ο Γιώργος Παρχαρίδης δεν είναι το είδος του ανθρώπου που του αρέσει η κριτική. Παθιάζεται τόσο πολύ με αυτό που κάνει, που τις περισσότερες φορές δεν βρίσκει το χρόνο να προσπαθήσει να μπει στη θέση του «άλλου». Είναι κάτι που δημιουργεί πολλές φορές την εικόνα μιας εμπάθειας, που τον αδικεί. Γιατί όσοι τον γνωρίζουν επί πολλά χρόνια, ξέρουν πολύ καλά ότι στην πραγματικότητα  είναι πολύ πιο ανθρώπινος, απ’ όσο το αυστηρό ηγετικό του προφίλ αφήνει να διαφανεί.
Στο Γιώργο Παρχαρίδη καταλογίζω πολλά πράγματα. Εκείνο όμως που δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να του καταλογίσω (σε αντίθεση με πολλούς άλλους από το χώρο μας) είναι η προσπάθεια εκμετάλλευσης  της  ανάμιξής του με τα ποντιακά πράγματα χάριν άλλων, προσωπικής φύσης, σκοπιμοτήτων. Γνωρίζω πολύ καλά ότι και μόνο η θέση του προέδρου της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας, στην οποία πρόσφατα διαδέχτηκε τον τ. υπουργό κ. Δ. Κρεμαστινό, θα ήταν αρκετή για να κάνει τρισευτυχισμένους πολλούς από τους συναδέλφους του πανεπιστημιακούς. Κι όμως αυτός εξακολουθεί να αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στο μεγάλο του πάθος, τη Παμποντιακή.  Και κάθε φορά που θυμώνω με μία απόφασή του, με την οποία διαφωνώ, έρχεται στο νου μου αυτό που μου είπε κάποτε ένα ιστορικό στέλεχος του χώρου, το οποίο μάλιστα δε διατηρεί και τις καλύτερες σχέσεις μαζί του: «μπορείς να του αρνηθείς τα πάντα, όχι όμως και τον απροσποίητο, το σχεδόν πρωτόγονο, ποντιακό πατριωτισμό του. Και μην ξεχνάς ότι την εποχή που εμείς ντρεπόμασταν να μιλήσουμε ποντιακά ακόμη και στα χωριά μας, ο Παρχαρίδης, φέρελπις εισηγητής της Καρδιολογίας και ανερχόμενο τότε αστέρι της Ιατρικής, φωνασκούσε στα ποντιακά εν μέσω της Εγνατίας και επέμενα να χαιρετά στα ποντιακά κάθε Πόντια γριούλα που συναντούσε στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία, κάνοντάς την περήφανη για τη ράτσας της…»

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Στη βιβλιοθήκη του Κανδηλάπτου


Εκτιμούσα πάντα το έργο του μεγάλου Γεωργίου Κανδηλάπτου-Κάνεως. Τον θεωρούσα ως έναν από τους κορυφαίους -αν όχι τον κορυφαίο- των Ποντίων λογίων της 1ης προσφυγικής γενιάς. Εκεί βέβαια που υποκλίθηκα άφωνος, ήταν όταν ο φίλος εκδότης Τάσος Κυριακίδης με κάλεσε να μου δείξει τα "σκαναρίσματα" του Κανδηλάπτη: σε μια εποχή που η φωτογραφική μηχανή ήταν αποκλειστικό προνόμιο των επαγγελματιών φωτογράφων ή ορισμένων βαθύπλουτων ερασιτεχνών, γύρω στο 1910, ο νεαρός Κανδηλάπτης όργωνε τη Χαλδία και με τη βοήθεια διαφανούς ρυζόχαρτου αντέγραφε όλα τα σπάνια βυζαντινά χειρόγραφα και τις μικρογραφίες που βρίσκονταν κλειδωμένα στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών. Πριν από λίγες ημέρες είχα μια ακόμη ευκαιρία να θαυμάσω την εργατικότητα και την οξύνοια του. Φιλοξενούμενος του Συλλόγου Ποντίων Πεύκων "Οι Ρίζες" (ενός μικρού χωριού κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα, που κρατά όσο κανένα άλλο στην Ελλάδα τη Σανταίικη παράδοση), επέμεινα για μία ακόμη φορά να κοιμηθώ στο υπέροχο πέτρινο πολιτιστικό κέντρο, που στην πρόσοψή του αναγράφει "Σαντάς Μοτόσ'" (Μοτόσ', δηλαδή "μετόχιον" αποκαλούσαν οι πρόγονοί μου τον κλειστό χώρο για τις μεγάλες κοινωνικές συναθροίσεις, που διατηρούσε κάθε μία από τις επτά κοινότητες της Σαντάς). Το κτίριο είναι πέτρινο και τα μεσημέρια του καλοκαιριού ανεβάζει θερμοκρασίες που δεν μπορεί να τις αντέξει άνθρωπος. Πέρα όμως από τις πάμπολλες σπάνιες φωτογραφίες που κρέμονται στους τοίχους του, κρύβει έναν ακόμη πολύτιμο θησαυρό: το σημαντικότερο ίσως τμήμα της βιβλιοθήκης του Κανδηλάπτου, που αγόρασε ο σύλλογος του μικρού χωριού (των μόλις 25 μονίμων κατοίκων !), προκειμένου να το διασώσει. Ανάμεσα λοιπόν σε ένα δωμάτιο με αιρ-κοντίσιον και την υπέροχη βιβλιοθήκη του Κανδηλάπτου, εγώ τουλάχιστον προτιμώ το δεύτερο. Πέρασα δύο δύσκολες μέρες διαβάζοντας τα χειρόγραφά του (τα περισσότερα τα έχω διαβάσει από τις εξαιρετικά επιμελημένες εκδόσεις των Αφων Κυριακίδη, αλλά είναι άλλο να διαβάζεις ένα τυπωμένο βιβλίο και άλλο το ίδιο το χειρόγραφο με τις μουτζούρες, τις διορθώσεις και κυρίως τις υποσημειώσεις του ίδιου του συγγραφέα). Όποιος φίλος επισκεφθεί την Αλεξανδρούπολη, ας πάει μια βόλτα μέχρι τα Πεύκα. Σίγουρα δεν θα χάσει...

Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Οι Ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι του Πόντου

Του Κωνσταντίνου Φωτιάδη
Καθηγητή Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού
στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας
Προέδρου του Κέντρου Ποντιακών Μελετών

Μια ιδιαίτερα τραγική κατηγορία κατοίκων, που διαβιούν ακόμη σήμερα στον Πόντο, είναι οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι των περιοχών Tόνυας, Όφεως, Σουρμένων και Mατσούκας, οι οποίοι αλλαξοπίστησαν βίαια το 17ο και 18ο αιώνα, αλλά στην πλειοψηφία τους δεν ξέχασαν την καταγωγή τους. O χρόνος και οι βίαιες μέθοδοι αφομοίωσης, που συστηματικά αξιοποιήθηκαν, μπορεί να αλλοίωσαν δεν εξαφάνισαν όμως την ιστορική τους μνήμη. Σήμερα, 75 χρόνια μετά τη Mικρασιατική Kαταστροφή, διατηρούν ακόμη ατόφια την ποντιακή γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις, τα τραγούδια και τους χορούς. Διασώζουν με θρησκευτική ευλάβεια προγονικά κειμήλια που βεβαιώνουν την ελληνοχριστιανική καταγωγή τους.

Για την ταυτότητα των ελληνόφωνων μουσουλμάνων ο ηγούμενος της μονής του Αγίου Iωάννου του Bαζελώνος, Πανάρετος, σε έκθεσή του προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας, το 1920, γράφει: «Είναι Έλληνες οι οποίοι δια της βίας εξισλαμίσθηκαν κατά τους μαύρους αιώνας της δουλείας, και πρεσβεύουσι και σήμερον τον μωαμεθανισμόν, αλλ’ έχουσι μητρικήν γλώσσαν την ελληνικήν, αναγνωρίζουσι την εξ’ Eλλήνων, βία εξισλαμισθέντων, καταγωγήν των, και διατηρούσι τα ελληνικά ήθη και έθιμά των, εν πολλοίς. Oύτοι φυλάττουσι τα ιερά εκκλησιαστικά σκεύη, βιβλία και άμφια των πατέρων των, ως κειμήλια, και επ’ ουδενί λόγω δεν συγκατατίθενται εις την απαλλοτρίωσιν αυτών. Tην τουρκικήν, μανθάνουσιν εν τοις σχολείοις, αι δε γυναίκες των ομιλούσιν ευφραδέστερον την ελληνικήν. Kαι τούτο, ενώ περιβάλλονται υπό τουρκικών πληθυσμών».