ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Πως μπορώ να λαμβάνω το Άμαστρις;

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Αναψηλαφώντας την εθνική μας μνήμη (ή μήπως την εθνική μας αξιοπρέπεια;)



Στο βιβλίο του «Ώρες Ευθύνης» -ένα από πιο σοβαρά και έντιμα βιβλία που έχουν γραφεί ποτέ από έλληνες πολιτικούς - και αφηγούμενος τα όσα τράβηξε καθήμενος επί 18 μήνες στην ηλεκτρική καρέκλα του πρωθυπουργού της Ελλάδας, ο Γεώργιος Ράλλης αναφέρεται συχνά στους πονοκεφάλους που του προκαλούσε η ιδιόρρυθμη συμπεριφορά ενός νέου σχετικά βουλευτού του, γόνου ιστορικής πολιτικής οικογένειας, του Μιχάλη Πρωτοπαπαδάκη. Και τι δεν έκανε ο φέρελπις  (τότε) εκπρόσωπος του λαού των Κυκλάδων για  να κάνει την ούτως ή άλλως δύσκολη ζωή του πρωθυπουργού του ακόμη δυσκολότερη: απειλούσε κάθε τόσο να καταψηφίσει τα πιο κρίσιμα νομοσχέδια της κυβέρνησης, επιτίθετο δημοσίως στους υπουργούς, μάλωνε με τους βουλευτές της αντιπολίτευσης… Λίγο αργότερα, στις ευρωεκλογές του 1981, ο κ. Πρωτοπαπαδάκης ανταμείφθηκε για τη ζωηρότητα της κοινοβουλευτικής του παρουσίας με μια ευνοϊκή μετάθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.  Δυστυχώς το «ξενέρωτο» πολιτικό κλίμα των Βρυξελλών και τα ήμερα λεγόμενα δυτικοευρωπαϊκά πολιτικά ήθη δεν του επέτρεψαν να διακριθεί και διεθνώς. Έτσι πολύ σύντομα ο ίδιος εξαφανίστηκε από το προσκήνιο και η πολιτική μας ζωή στερήθηκε για πάντα του ιδιόρρυθμου ταμπεραμέντου του.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Εμείς και ο Πόντος...




Αν μελετούσε κανείς με προσοχή το δημόσιο λόγο που παρήγαγε ο ποντιακός χώρος στα  ογδόντα πέντε χρόνια της ζωής του στην Ελλάδα, θα σχημάτιζε την εικόνα ότι εμείς οι Πόντιοι ήρθαμε από το πουθενά. Τίποτε στο σώμα των επίσημων καταγραφών της συλλογικής μας μνήμης, στην ιστοριογραφία μας, στις εφημερίδες και τα περιοδικά μας δεν μαρτυρούσε ότι αυτή η στενή λωρίδα γης που μας γέννησε, δεν καταποντίστηκε ως άλλη Ατλαντίδα, αλλά εξακολουθούσε να υπάρχει και μετά τη δική μας αποχώρηση, έστω και με άλλους κατοίκους.
Ήταν μια ιδιότυπη μορφή ιστορικής μνησικακίας από ένα λαό, ο οποίος δεν ήθελε να γνωρίζει τίποτε για μια πατρίδα, που δεν μπορούσε πλέον να τη χαίρεται; Δεν το νομίζω.  Προσωπικά κλείνω μάλλον προς την άποψη ότι ήταν μία ακόμη επιταγή των βασικών διεθνοπολιτικών επιλογών του κράτους, στο οποίο ζούσαμε. Εφόσον Ελλάδα και Τουρκία ανήκαν πλέον στον ίδιο διεθνή αμυντικό σχηματισμό, εν προκειμένω το ΝΑΤΟ, όφειλαν να εξαλείψουν από την ιστορική μνήμη των λαών τους ενοχλητικές λεπτομέρειες, που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα στο μέλλον.

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Πόντος-Αρμενία: Βίοι Παράλληλοι (Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τους Taner Akcam και George Shirinian)


Τα ονόματα των Taner Akcam και George Shirinian είναι πολύ πιθανόν να μη λένε τίποτε στους περισσότερους Πόντιους του Ελλαδικού χώρου. Για όσους όμως ασχολούνται συστηματικά με τη μελέτη και κυρίως με την προσπάθεια ανάδειξης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, είναι ονόματα κάθε άλλο παρά τυχαία. Ο πρώτος, καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Clark της Μασαχουσέτης, είναι κατά κοινή παραδοχή ο πιο γνωστός από τους σύγχρονους Τούρκους πανεπιστημιακούς,  που έχουν θέσει στο επίκεντρο της επιστημονικής τους έρευνας τη μελέτη του φαινομένου της εξολόθρευσης των χριστιανικών (και γενικότερα των μη τουρκικών) πληθυσμών της Ανατολίας. Ο δεύτερος, εκτελεστικός διευθυντής του ινστιτούτου Zoryan, που εδρεύει στο Τορόντο του Καναδά, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση Αρμένιου της διασποράς, στρατευμένου στη συνεχιζόμενη προσπάθεια του λαού του για τη διεθνή αναγνώριση της αρμενικής γενοκτονίας. Τους συναντήσαμε στη Θεσσαλονίκη στο περιθώριο της πολύ σημαντικής εκδήλωσης με θέμα τις γενοκτονίες, που διοργάνωσαν από κοινού η Εύξεινος Λέσχη και η Μέριμνα Ποντίων Κυριών. Συζητώντας μαζί τους προσπαθήσαμε κυρίως να ανιχνεύσουμε τα βασικά κοινά σημεία στη μαρτυρική διαδρομή των δύο λαών, του Ποντιακού και του Αρμενικού. Τα συμπεράσματα είναι δικά σας…

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Σημείωμα της σύνταξης: «Τί τρέχει με το Άμαστρις;»





Από μικρό παιδί είχα ένα μόνιμο άγχος κάθε που φορά που έπρεπε να βρεθώ αντιμέτωπος με μια κόλα χαρτί. Δεν είναι ότι δεν είχα εμπιστοσύνη στη φαντασία μου. Μ’ αυτήν είχα πάντα σχέσεις μάλλον αγαθές. Απλά είχε από τότε την κακή συνήθεια να με επισκέπτεται με την ίδια περίπου συνέπεια, όπως κι οι διανομείς διαφημιστικών φυλλαδίων που χτυπούν κάθε τόσο το κουδούνι του σπιτιού μου: κάθε πιθανή στιγμή της ημέρας εκτός από εκείνη που πραγματικά τους χρειάζομαι, την ώρα δηλαδή που έχω κλειδωθεί απ’ έξω και ψάχνω απεγνωσμένα για έναν μαγικό αριθμό τηλεφώνου...
Δυστυχώς ούτε και τώρα, που η ιδιότητα του επαγγελματία γραφιά έχει θέσει σε δεύτερη μοίρα κάθε άλλη ιδιότητα που είχα στη ζωή μου, κατόρθωσα να απαλλαγώ οριστικά από αυτό το βάσανο. Και κάθε φορά που ξεκινώ την περιπλάνηση στις γειτονιές της θεματολογίας μου, είτε στις χιλιοπερπατημένες και γνώριμες, είτε στις νέες κι ακόμη ανεξερεύνητες, ξέρω πολύ καλά ότι η κατάληξη θα είναι πάντα το ίδιο βασανιστική: κάποιες ατέλειωτες ώρες μπροστά στην εξοργιστικά λευκή οθόνη του υπολογιστή, από την οποία θα μπορέσω να ξεφύγω, μόνο όταν θα έχω τα χέρια μου το εισαγωγικό σημείωμα του τεύχους.
Ειδικά όμως τούτο το σημείωμα του φετινού Δεκέμβρη -ενός Δεκέμβρη που η ζωή τα έφερε έτσι, ώστε να μείνει ορφανός και ξεκρέμαστος, όπως ορφανός και ξεκρέμαστος είναι κάθε Δεκέμβρης, όταν δεν έχει προηγηθεί Νοέμβρης, Οκτώβρης κλπ- είναι το μόνο που ξεκινώ να γράφω απαλλαγμένος από τέτοιου είδους παιδικές δημοσιογραφικές ασθένειες. Άλλωστε είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω να πω και τόσα πολλά τα ερωτήματα που είμαι βέβαιος ότι έχουν σχηματιστεί στο μυαλό των αναγνωστών αυτού του περιοδικού (τουλάχιστον όσων το αγαπούν πραγματικά), που νιώθω ότι αυτή τη φορά δεν έχω καμία άνεση για τέτοιου είδους πολυτέλειες.
Ξεκινήσαμε αυτό το περιοδικό χωρίς καμία συναίσθηση ούτε του πόσο σημαντικό, ούτε του πόσο δύσκολο ήταν αυτό που πηγαίναμε να κάνουμε. Και η αλήθεια είναι ότι κάναμε ότι περνούσε από το χέρι μας για να κάνουμε αυτή την εγγενή δυσκολία ακόμη μεγαλύτερη: τολμήσαμε να ερωτοτροπήσουμε με ένα κόστος έκδοσης πρωτοφανές για τα δεδομένα του ποντιακού τύπου, αποκλείσαμε εκ των προτέρων κάθε σκέψη για έσοδα από διαφημίσεις, αρνηθήκαμε με υπερηφάνεια πτωχής πλην τίμιας πρωταγωνίστριας του παλιού ελληνικού κινηματογράφου τη βοήθεια ανθρώπων ή φορέων που προθυμοποιήθηκαν να μας βοηθήσουν. Βάλαμε δηλαδή τις ιδέες μας πάνω από την πεζή πραγματικότητα και ως κακοί και αδιάφοροι γονείς στερήσαμε από το εκδοτικό μας δημιούργημα όλες εκείνες τις μικρές «διευκολύνσεις», που θα καθιστούσαν περισσότερο ανώδυνη την πρώτη δύσκολη περίοδο του βίου του.
Επειδή όμως τα τελευταία χρόνια δεν αντιγράφει μόνο ο κινηματογράφος τη ζωή, αλλά καμιά φορά συμβαίνει και το αντίστροφο, φαίνεται ότι οι αριθμοί συνωμότησαν για να μας δικαιώσουν. Αρκεί να σας πω ότι τα δύο τελευταία τεύχη του Άμαστρις που λάβατε στα χέρια σας πριν από αυτό εδώ, είχαν κατορθώσει παρά τη εξαιρετικά δύσκολη οικονομική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία εκδόθηκαν, να καλύψουν σχεδόν το 90% του κόστους τους. Ήταν μια τεράστια επιτυχία που μας έκανε προς στιγμήν να αναθαρρήσουμε, τόσο ώστε να μην αντιληφθούμε τις ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες που μας περίμεναν.

Οικονομική κρίση και «μεγάλα» ποντιακά σωματεία…






Εδώ και πολλούς μήνες η ελληνική κοινωνία βρίσκεται στο επίκεντρο μίας οικονομικής κρίσης, όμοια της οποίας δεν είχε ζήσει εδώ και δεκαετίες. Μια κρίση η οποία φυσικά δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστο ούτε τον «εντός των τειχών» Ποντιακό Ελληνισμό, που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της νεοελληνικής κοινωνίας. Θέλοντας να ερευνήσουμε τις επιπτώσεις αυτής της κρίσης στη ζωή της ποντιακής κοινότητας , αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε μια σειρά ειδικών δημοσιογραφικών ερευνών με θέμα τον αντίκτυπο της κρίσης σε διάφορες πτυχές της ζωής των Ποντίων (ποντιακά σωματεία, τύπος, κέντρα διασκέδασης, επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της διαχείρισης της ποντιακής πολιτιστικής κληρονομιάς). Κάνουμε λοιπόν την αρχή με ένα ρεπορτάζ που επιχειρεί να ανιχνεύσει τις επιπτώσεις της κρίσης στη λειτουργία των μεγαλύτερων και παλαιότερων από τα ποντιακά σωματεία, τα οποία ως κάτοχοι ακίνητης περιουσίας, πλήττονται ιδιαίτερα από τη μεγάλη επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας.

Ο Πόντος σήμερα…

Μικρές ειδήσεις από και για το σύγχρονο Πόντο, όπως τις αλιεύσαμε μέσα από τις σελίδες του τύπου*




Έφυγε η τελευταία «ανταλλάξιμη»…

Πέθανε σε ηλικία 98 ετών η Fatma Baş, κάτοικος του χωριού Aydoğdu, που βρίσκεται στην περιοχή του Βεζύρ Κιοπρού της Σαμψούντας. Ήταν η τελευταία από τα μέλη των 300 περίπου τουρκικών οικογενειών από το Διπόταμο Καβάλας που ήρθαν το 1924 στη Σαμψούντα. Η Fatma Baş, η οποία είχε 4 παιδιά και 47 εγγόνια, κηδεύτηκε στο νεκροταφείο του Aydoğdu. Το 1924 με την εφαρμογή της Συνθήκης της Λωζάνης η Fatma Baş και η οικογένειά της αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Διπόταμο (τότε Çayleyik) στην περιοχή της Χρυσούπολης. «Η γιαγιά μου ήθελε πάρα πολύ να δει για μια τελευταία φορά, πριν πεθάνει, τον τόπο που γεννήθηκε, αλλά δυστυχώς δεν ήταν γραφτό», δήλωσε ένας από τους εγγονούς της.



Ψάχνουν 73 κιλά χρυσό που άφησαν πίσω τους οι Πόντιοι…

Με οδηγό τους ένα χάρτη κάτοικοι του χωριού Σελαμέτ της Ριζούντας άρχισαν ανασκαφές σε ένα χωράφι με τσάι που βρίσκεται κάτω από το τζαμί του χωριού. Σύμφωνα με το χάρτη στο χωράφι αυτό βρίσκονται θαμμένα 73 κιλά χρυσού, που άφησαν πριν την Ανταλλαγή οι Έλληνες κάτοικοι του χωριού. Οι επίδοξοι χρυσοθήρες ήλθαν σε συνεννόηση με τον ιδιοκτήτη του χωραφιού και αφού έλαβαν την άδειά του, άρχισαν το σκάψιμο παρουσία αρμοδίων της Στρατοχωροφυλακής και της Αρχαιολογικής υπηρεσίας. Οι κάτοικοι του χωριού διηγούνται ότι στο χωριό τους υπήρχε μια φήμη πως πιθανόν να υπήρχε χρυσός θαμμένος κοντά σε μία βρύση, κανείς τους όμως δεν πιστεύει ότι μπορεί οι ιδιοκτήτες του να τον άφησαν και να έφυγαν.



Η Τραπεζούντα γιορτάζει την «Επέτειο της Νίκης» με άδειους δρόμους…

Παρουσία της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, αλλά και πλήθους κόσμου που κατέκλυσε τους δρόμους για να παρακολουθήσει τις στρατιωτικές παρελάσεις ολοκληρώθηκε στην Άγκυρα και σε ολόκληρη την Τουρκία ο επίσημος εορτασμός της «Ημέρας Νίκης» . Στην Τραπεζούντα όμως της επαρχίας της Μαύρης Θάλασσας τα στρατιωτικά οχήματα με τους υψηλόβαθμους κυβερνητικούς αξιωματούχους και τους ανώτερους στρατιωτικούς παρέλασαν σε άδειους δρόμους, καθώς οι κάτοικοι φάνηκε ότι προτίμησαν τις επισκέψεις σε συγγενικά σπίτια του εορτασμού της μουσουλμανικής εορτής του Eid Al-Fitr. Ο υποτονικοί επίσημοι εορτασμοί διήρκεσαν στην Τραπεζούντα μόλις 25 λεπτά. Σε κάθε άλλο μέρος της Τουρκίας από την άλλη, χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στα στάδια και τους δρόμους όπου πραγματοποιήθηκαν επίσημοι εορτασμοί, για να παρακολουθήσουν τις στρατιωτικές παρελάσεις.


Ταινία για τη ζωή του Τοπάλ Οσμάν!

Κινηματογραφική ταινία με θέμα τη ζωή του διαβόητου Τοπάλ Οσμάν από την Κερασούντα, του ανθρώπου που ως επικεφαλής των ένοπλων σωμάτων της παρακρατικής οργάνωσης Muhafaza-i Hukuk-u Milliye Cemiyet πρωταγωνίστησε σε μερικά από τα πιο βίαια κεφάλαια της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, πρόκειται να γυριστεί στη γειτονική χώρα. Η ανακοίνωση έγινε από τον παραγωγό της ταινίας Coşkun Yeltekin, αμέσως μάλιστα μετά την έξοδό του από το Διοικητήριο της Κερασούντας, όπου επισκέφτηκε το Νομάρχη συνοδευόμενος από τον πρωταγωνιστή της ταινίας Selahattin Taşdöğen, προκειμένου να τον ευχαριστήσουν «για τη φιλοξενία του και τη συνδρομή του στην ολοκλήρωση της ταινίας». Όπως ανακοίνωσε ο Τούρκος κινηματογραφικός παραγωγός τα γυρίσματα θα ξεκινήσουν στις 4 Νοεμβρίου υπό την καθοδήγηση του Κερασούντιου σκηνοθέτη Atilla Akarsu. Σε αυτήν θα λάβουν μέρος 30ηθοποιοί και 50 τεχνικοί ενώ το συνολικό κόστος της παραγωγής αναμένεται να ανέλθει στα 2 εκατ. τ.λ.
Πηγή: Today's Zaman

Η δεκάχρονη από τον Πόντο που τρελαίνει τους Τούρκους
Μια δεκάχρονη κουκλίτσα υψώνει φωνή στην καρδιά της Τουρκίας επιβάλλοντας την ποντιακή καταγωγή της! Πρόκειται για τη μικρή Μπιούρσα Γκεντς, τουρκικής υπηκοότητας, που εδώ και καιρό έχει αναστατώσει και διχάσει τη γείτονα χώρα χορεύοντας και τραγουδώντας ποντιακά από εκπομπή σε εκπομπή. Η πρώτη δημόσια εμφάνισή της ήταν στο «Τουρκία έχεις ταλέντο», όπου ένας κριτής σε ένδειξη διαμαρτυρίας αποχώρησε από το πλατό. Εκτοτε η δεκάχρονη έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στη γείτονα χώρα. H Μπιούρσα Γκεντς χόρεψε υπέροχα παραδοσιακούς χορούς με τη συνοδεία ποντιακής λύρας. Και ενώ το κοινό την καταχειροκρότησε, ένας από τους κριτές αποχώρησε μετά την εμφάνισή της. Η καταγωγή της μικρής είναι από τον Πόντο, έχει τουρκική υπηκοότητα και αυτό είναι που διχάζει σε κάθε εμφάνισή της. Η μικρή Μπιούρσα έχει γίνει το νέο αστέρι και ακόμη και σήμερα δέχεται βροχή από προτάσεις για να εμφανιστεί σε πολλές εκπομπές και να χορέψει -συνοδεία ποντιακής λύρας- παραδοσιακούς χορούς. Οι γονείς είναι περήφανοι για τη μικρή και τη συνοδεύουν σε κάθε εμφάνισή της. Μπορεί να στέκονται στα παρασκήνια, θαυμάζουν όμως την κόρη τους και χαίρονται που έχει γίνει αποδεκτή από το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου και έχει πάρει θετικές κριτικές.
Πηγή: Espresso


* Η σελίδα περιλαμβάνει δημοσιεύματα του ελληνικού, τουρκικού και διεθνούς τύπου, τα οποία αναφέρονται στο σημερινό Πόντο και αναδημοσιεύονται χωρίς το περιοδικό μας να συμφωνεί κατ’ ανάγκη με την άποψη την οποία εκφράζουν.

Νίκος Ζουρνατζίδης: «Δυστυχώς για κάποιους μαζί μου συμφωνούν οι πεθαμένοι…»



Ελάχιστοι από τους ερευνητές και γενικά τους ασχολούμενους με τον ποντιακό λαϊκό πολιτισμό, έχουν προκαλέσει τα τελευταία χρόνια τόσες συζητήσεις γύρω από το πρόσωπο τους και τις θέσεις τους, όσο ο Νίκος Ζουρνατζίδης. Για κάποιους κυρίως νέους σε ηλικία χοροδιδάσκαλους είναι ο «γκουρού» τους, ο επικεφαλής μιας ριζοσπαστικής «σχολής», η οποία επιχειρεί να απαλλάξει το χορό και την ενδυμασία μας από συσσωρευμένες στρεβλώσεις δεκαετιών. Για άλλους πάλι, συνήθως μεγαλύτερους σε ηλικία, είναι το ακριβώς αντίθετο, ο ολετήρας της ποντιακής παράδοσης, το είδος του ερευνητή που δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να μειοδοτήσει εθνικώς για λόγους εντυπωσιασμού. Τι από τα δύο όμως είναι στην πραγματικότητα ο Νίκος Ζουρνατζίδης;
Ακόμη κι εγώ, που τον ξέρω πολλά χρόνια και είμαι φίλος του (άσχετα αν διαφωνώ με πολλές από τις θέσεις του) δυσκολεύομαι να απαντήσω σε όλα τα ερωτήματα που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς γύρω από το πρόσωπό του. Δεν ξέρω π.χ. αν είναι καλός χορευτής, πολύ απλά γιατί δεν είμαι ο ίδιος καλός χορευτής ώστε να τον κρίνω. Μου είναι όμως πολύ εύκολο να πω «τι δεν είναι». Ξέρω π.χ. πολύ καλά ότι εθνικός μειοδότης, ο Νίκος Ζουρνατζίδης φυσικά και δεν είναι, όπως δεν είναι και πράκτορας της ΜΙΤ ή εξωγήινος (νομίζω ότι μόνο για το τελευταίο από τα τρία δεν έχει κατηγορηθεί τα τελευταία χρόνια). 
Με το Νίκο Ζουρνατζίδη συμφωνώ σε κάποια πράγματα και διαφωνώ σε κάποια άλλα. Όσα όμως κι αν είναι τα τελευταία, δεν αρκούν για να με κάνουν να μην του αναγνωρίσω δύο βασικά στοιχεία. Το πρώτο είναι η αγάπη του για το λαϊκό μας πολιτισμό. Η ιστορία θα δείξει αν με τις θέσεις τις οποίες υποστηρίζει τα τελευταία χρόνια, τον υπηρετεί με τον καλύτερο ή το χειρότερο τρόπο. Εκείνο που ξέρω εγώ, είναι ότι ήταν ο μόνος ιδιοκτήτης κέντρου ποντιακής διασκέδασης απ’ όσους γνώρισα, που διαπληκτιζόταν με τους καλλιτέχνες που εμφανίζονταν στο μαγαζί του γιατί προσπαθούσε να τους υποχρεώσει να παίζουν όχι «εμπορικότερα», όπως οι περισσότεροι από τους συναδέλφους του, αλλά πιο απλά και πιο παραδοσιακά. Είναι κάτι που οφείλω να το πω, γιατί έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα που έχουν σχηματίσει στο μυαλό τους κάποιοι για τη σχέση του με την έννοια της παράδοσης.
Το δεύτερο που δεν μπορώ να μην του αναγνωρίσω είναι η γενναιότητά του. Είναι εύκολο να υπερασπίζεσαι με πάθος την άποψή σου, όταν τυχαίνει να ταυτίζεται με αυτή της πλειοψηφίας. Τι γίνεται όμως όταν είσαι μειοψηφία, ενίοτε δε και εξαιρετικά μικρή; Ειλικρινά δεν γνωρίζω πως θα φερόμουν ο ίδιος, αν οι απόψεις μου συναντούσαν τις αντιδράσεις που συνάντησε η γνωστή άποψη του Νίκου Ζουρνατζίδη για το φέσι. Ο ίδιος δεν κάμπτεται. Θεωρεί ότι έχει δίκιο και με το γνωστό σε όσους τον γνωρίζουν πείσμα του, υποστηρίζει την άποψή του με μαχητικότητα. Ειλικρινά θα χαιρόμουν πολύ αν συμφωνούσα μαζί του. Δυστυχώς δε συμφωνώ και το έχω γράψει και από αυτό εδώ το περιοδικό. Αυτή μου όμως η διαφωνία δεν είναι αρκετή να με κάνει ούτε να πάψω να τον θεωρώ φίλο μου (πράγμα που στον ποντιακό χώρο δεν είναι πάντα αυτονόητο), ούτε να ενοχλούμαι όταν δέχεται ανοίκειες επιθέσεις.
Δ.Π

Τα κειμήλια του Γένους των Ποντίων



Είναι γνωστό ότι η αρχική Μονή της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο, ως ένα από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα προσκυνήματα του Ορθόδοξου κόσμου, διέθετε πλήθος πολύτιμων εκκλησιαστικών κειμηλίων. Ξέρουμε ότι τα τρία σημαντικότερα από αυτά, η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, το ευαγγέλιο του Oσίου Χριστοφόρου και ο σταυρός του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Μανουήλ Κομνηνού θάφτηκαν το 1923, λίγο πριν την οριστική αποχώρηση των μοναχών, σε μία κρύπτη στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, απ’ όπου ξεθάφτηκαν επτά χρόνια αργότερα μετά από ειδική άδεια της κυβέρνησης Ινονού και ήρθαν στην Ελλάδα. Τι απέγιναν όμως τα υπόλοιπα;

Το μόνο που γνωρίζαμε επί πολλά χρόνια, ήταν κάποια από τα κειμήλια της Μονής καταστράφηκαν κατά τη σύλησή της αμέσως μετά την αποχώρηση των μοναχών, κάποια άλλα πουλήθηκαν από τους Τούρκους στρατιώτες ή τους κατοίκους της περιοχής και κάποια φυλάσσονταν στο Μουσείο της Τραπεζούντας. Μέχρι που από ένα δημοσίευμα που είδε ο φως της δημοσιότητας πριν από λίγα χρόνια, μάθαμε ότι μεγάλο μέρος από τα πολύτιμα κειμήλια που είχαν περιέλθει στην κατοχή του Τουρκικού κράτους, φυλάσσονταν όχι στην Τραπεζούντα, αλλά στην Κωνσταντινούπολη και μάλιστα σε ειδικό δωμάτιο στα υπόγεια της Αγίας Σοφίας. Προστατευμένα από «αδιάκριτα» βλέμματα και κυρίως κρατημένα σε απόσταση ασφαλείας από τον τόπο της προέλευσής τους, τον Πόντο, ώστε να μην μπορούν να αποδείξουν πλέον το έντονο ελληνικό και χριστιανικό παρελθόν της περιοχής, τα κειμήλια παραμένουν στα υπόγεια της Αγίας Σοφίας, υπό τη φροντίδα Τούρκων αρχαιολόγων, οι οποίοι φαίνεται ότι ανέλαβαν και το δύσκολο έργο της συντήρησής τους...

Η Μνήμη είναι δύναμη


του Κωνσταντίνου Φωτιάδη
Καθηγητή Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού
στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας
Προέδρου του Κέντρου Ποντιακών Μελετών




Η φωτογραφική κυρίως έκθεση αλλά και τα άλλα θέματα που εκτίθενται σ’ αυτό το φιλόξενο χώρο του Δήμου Norwalk δεν καταγράφουν μόνο τον πολιτισμό που χάθηκε ή χάνεται, αλλά λειτουργούν και ως ιστορικά τεκμήρια της μακρόχρονης ζωντανής παρουσίας του Ποντιακού Ελληνισμού. Λειτουργούν ως ανίκητο οπλοστάσιο αιώνιας μνήμης, ως ζωντανοί μάρτυρες κατηγορίας της βιολογικής, ηθικής και πολιτισμικής γενοκτονίας, σε βάρος των Νεότουρκων και των Κεμαλικών.

Πέρασαν ενενήντα χρόνια από την περίοδο της καταστροφής, της γενοκτονίας, του ξεριζωμού και της προσφυγιάς. Ως σήμερα δεν τολμήσαμε να δούμε κατάματα της τραγωδία του ελληνισμού. Δεν αναδείξαμε τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν τον ελληνισμό της Μικρασίας στο θάνατο. Συνεργήσαμε εγκλωβισμένοι από την Πολιτεία και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της στην απαξίωση της Iστορίας μας. Δεν τολμήσαμε να διεκδικήσουμε το δικαίωμα στην ιστορική μνήμη. Μόνον εκδηλώσεις μνημοσύνων, δηλαδή επισφραγήσεις ληξιαρχικών πράξεων θανάτου της μνήμης  τελούσαμε. Στην ιστορική παρακμή του ποντιακού ελληνισμού καθοριστικό ρόλο έπαιξε και το πολιτικό κλίμα της πατρίδας μας, που ήταν πάντα εχθρικό και ταυτόχρονα κατασταλτικό. Η προσφυγιά, το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας Βενιζέλου-Ινονού, η δικτατορία, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ο εμφύλιος πόλεμος, η ξενοκρατία και η χούντα της επταετίας, δεν επέτρεπαν την ανάδειξη επικίνδυνων «διά την καθεστηκυίαν τάξιν» λευκών σελίδων της σύγχρονης ιστορίας μας. Η λογοκρισία και φυλάκισε τη μνήμη των προσφύγων της πρώτης γενιάς, με αποτέλεσμα να μην προβάλλονται και να μην αναδεικνύονται τα θέματα αυτά. Κι όταν λυτρωθήκαμε από τα καρκινώματα των πέτρινων χρόνων, ήρθαν τα κόμματα και κομματοπατέρες να εξαγοράσουν αντί πινακίου φακής ό,τι παρέμεινε ακόμη όρθιο και ζωντανό...

Στη μνήμη του καθηγητή Νεοκλή Σαρρή…

του Δημήτρη Πιπερίδη
Τον ομότιμο καθηγητή Κοινωνιολογίας της Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Νεοκλή Σαρρή, που πέθανε στις 19 Νοεμβρίου σε ηλικία 71 ετών μετά από πολυετή μάχη με τον καρκίνο, τον πρωτοάκουσα στο 3ο Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού που συνήλθε το 1992 στη Θεσσαλονίκη. Από τότε υπήρξα σταθερός αναγνώστης του εξαιρετικού συγγραφικού του έργου, αλλά και μόνιμος σχεδόν τηλεθεατής των πάντα καίριων τηλεοπτικών του παρεμβάσεων. Χωρίς βεβαίως να φαντάζομαι ότι θα τον γνωρίσω κάποτε προσωπικά (έστω και από τηλεφώνου) κι ότι θα έχω την ευκαιρία να τον ακούσω να μου αφηγείται επί ώρες (και μάλιστα με εκείνο τον πολύ χαρακτηριστικό προσωπικό του τρόπο, τον γεμάτο παρεκβάσεις ακόμη πιο ενδιαφέρουσες από την κυρίως αφήγηση) σημαντικές στιγμές της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της Τουρκίας, που έζησε από πρώτο χέρι.Η μεγάλη συνέντευξή του που δημοσιεύσαμε στο επετειακό 12ο τεύχος του Άμαστρις, ήταν μια από τις κορυφαίες στιγμές της μέχρι σήμερα πορείας αυτού του περιοδικού, αλλά και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις που έχω πάρει στη ζωή μου. Περισσότερο όμως και απ’ όσα μου είπε σε εκείνη τη συνέντευξη, θα θυμάμαι πάντα με εξαιρετική συγκίνηση τις πολύωρες συζητήσεις που είχαμε -πάντα από τηλεφώνου- στο περιθώριο αυτής της συνέντευξης. Συζητήσεις για θέματα όπως τα Σεπτεμβριανά του 1956, η προσωπικότητα του Αθηναγόρα (του οποίου υπήρξε πολιτικός σύμβουλος σε ηλικία μόλις 20 ετών), του παλαιού συμμαθητή του και σημερινού Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, οι περίπατοί του με τον Ισμέτ Ινονού όταν συμμετείχε -ο μόνος μη Τούρκος και μη μουσουλμάνος- στην εννεαμελή ηγεσία της νεολαίας του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος κ.α.

Το αγγείον του Πόντου: ζητήματα κατασκευής και τεχνικές παιξίματος



του Σεραφείμ Μαρμαρίδη
Οργανοπαίκτη-Οργανοποιού
Τελειόφοιτου του Τμήματος Λαϊκής και
Παραδοσιακής Μουσικής του Τ.Ε.Ι. Ηπείρου




             
Το αγγείον είναι πνευστό όργανο των Ελλήνων της Μαύρης Θάλασσας το οποίο ανήκει στην οικογένεια του ασκαύλου. Οργανολογικά συγγενεύει με έναν μεγάλο αριθμό οργάνων που απαντώνται στο Αιγαίο, την Εγγύς και Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική, την Ιβηρική χερσόνησο και τις ακτές της Αδριατικής. Οι διαφορές του με την τσαμπούνα του Αιγαίου περιορίζονται σε διαφορές παικτικού κυρίως χαρακτήρα και λιγότερο σε κατασκευαστικού. Διαφορές επίσης συναντούμε στις τεχνικές κουρδίσματος του οργάνου καθώς και σε λεπτομέρειες που αφορούν την εμφάνιση του.
Το αγγείον αποτελείται από τα εξής μέρη:
Το «πόστ’» (ασκί από δέρμα κατσίκας)
Το «φυσερόν» (επιστόμιο)
Το «αγγόξυλον» (η συσκευή παραγωγής ήχου, η οποία αποτελείται από δύο καλαμένιους αυλούς, που καθένας τους έχει από πέντε τρύπες)
Τα «τσιμπόνια» (μονά επικρουστικά γλωσσίδια τύπου κλαρινέτου)
Το «βαρελάκι» (εξάρτημα που επιτρέπει την σύνδεση του «αγγόξυλου» στον ασκό χωρίς την χρήση σκοινιού. Το βαρελάκι είναι μια σύγχρονη προσθήκη στο αγγείο, η οποία εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια, και χαίρει πλέον ευρείας αποδοχής).

Η πορεία του στο χρόνο
Το αγγείον ήταν όργανο ιδιαίτερα αγαπητό και γνωστό στον Πόντο. Απο εκεί, μετά τα γεγονότα του ’22, κατέφτασαν στην Ελλάδα αρκετοί οργανοπαίχτες (τουλουμτζήδες) που μεταλαμπάδευσαν την παράδοση αυτή και στην επόμενη γενιά. Από την δεκαετία του ’70 όμως, μέχρι και το τέλος του προηγούμενου αιώνα, το όργανο αυτό βρέθηκε στη μεγαλύτερη ίσως κάμψη της μέχρι τώρα πορείας του στο χρόνο, καθώς οι εναπομείναντες μουσικοί ήταν ελάχιστοι και οι περισσότεροι από αυτούς μεγάλης ηλικίας. Ο Christian Ahrens (1973) στο οργανολογικό άρθρο του για το αγγείον του Πόντου αναφέρει πως, κατά την εποχή της έρευνάς του (τέλη ’60-αρχές ’70), αγγείον έπαιζε περίπου το 15% των Ποντίων μουσικών. Ο Ahrens αναφέρει ακόμα πως, σύμφωνα πάντα με μαρτυρίες, παλαιότερα το ποσοστό αυτό ήταν ακόμα μεγαλύτερο. Επισημαίνει, παράλληλα, πως το συγκεκριμένο όργανο δεν προβαλλόταν ούτε από το ραδιόφωνο αλλά ούτε και από τον οργανωμένο χώρο των ποντιακών μουσικοχορευτικών και πολιτιστικών σωματείων. Αναφέρει χαρακτηριστικά πως στην δισκογραφία υπήρχαν μόλις έξι σχετικές ηχογραφήσεις. Η φθίνουσα αυτή πορεία συνεχίστηκε έτσι, ώστε κατά την δεκαετία του '90, ο αριθμός τους να μην ξεπερνά τα δέκα άτομα.
Ένας σημαντικός παράγοντας που συντέλεσε στην φθίνουσα αυτή πορεία του οργάνου πιστεύω πως είναι και η δυσκολία που παρουσιάζει στο κούρδισμά του. Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα ήταν το ότι οι ενεργοί κατασκευαστές ήταν ελάχιστοι, καθώς το όργανο αυτό κατασκευαζόταν ως επί το πλείστον από τον ίδιο τον οργανοπαίχτη. Ο Ahrens αναφέρει πως το 1973 υπήρχε μόνο ένας ο οποίος ήξερε να κατασκευάζει όλα τα μέρη του οργάνου. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα το όργανο αυτό να είναι πολύ λίγο γνωστό στο ευρύτερο κοινό πριν δέκα περίπου χρόνια...

Ξένοι περιηγητές στο σύγχρονο Πόντο: «Σινώπη, η κόρη της θάλασσας…»


Είχα να πάω στη Σινώπη, την πατρίδα του πατέρα μου, πάνω από δύο χρόνια. Τώρα που οι τουρκικές αερογραμμές έχουν ξεκινήσει απευθείας πτήσεις μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Σινώπης, έχω πλέον μια πολύ καλή εναλλακτική λύση απέναντι στο κουραστικό δωδεκάωρο ταξίδι με λεωφορείο. Ένας άλλος πολύ καλός λόγος που είχα, ήταν να δω στη θάλασσα τη βάρκα του πατέρα μου, που παιδευόταν τρία χρόνια για να τη φτιάξει…. Πέρασα τις πρώτες δύο ημέρες μου στην παραλία, βοηθώντας μερικές φορές τον πατέρα μου με τη βάρκα του. Η θάλασσα ήταν όμορφη και καθαρή και έκανε καλό καιρό. Ένα σημείο που διαφοροποιεί τη Σινώπη από την κοινωνική δομή άλλων παραθαλάσσιων περιοχών της Μαύρης Θάλασσας, είναι ότι είναι μια πόλη αρκετά φιλελεύθερη. Τα κορίτσια μπορούν να πάνε στην παραλία φορώντας τα μπικίνι τους, όπως επίσης μπορούν να κυκλοφορούν στους δρόμους της πόλης μέχρι αργά το βράδυ. Πολλές φορές έχω σκεφτεί μου ότι η ελευθερία των γυναικών αυτής της πόλης ανάγεται στις Αμαζόνες, την γνωστή γυναικεία πολεμική φυλή της ιστορίας, πατρίδα της οποίας ήταν επίσης η Σινώπη...

Σ’ αυτούς που έφυγαν: «Η θεία μ’ η Χάρικλη...»


του Μάκη Καρασαββίδη






Από την παιδική μου ηλικία ως και τη στιγμή του τελευταίου «αντίου» την ένοιωθα ως τέταρτη γιαγιά μου, μιας και εγώ είχα το προνόμιο -για λόγους που δεν είναι του παρόντος να αναφέρω- να έχω τρεις γιαγιάδες και τρεις παππούδες.

Χαρίκλεια Καρασαββίδου, το γένος Κεσίδου. Γεννήθηκε το 1912 στο χωριό Κιασιάρ’, της περιοχής Κιόλιας, του Νομού Κάρς. Στην Ελλάδα, στην Ποντοκερασιά του Κιλκίς, ήρθε το 1920, μικρή παιδούλα «8 χρονισνών». Τα σπίτια μας «γιάν’-γιανά» (δίπλα-δίπλα).

Η Χαρίκλεια Καρασαββίδου (η θεία μ’ η Χάρικλη ), άνθρωπος χαρισματικός, δυναμικός και κυρίως πρόσχαρος, γλεντζέδικος -έξω καρδιά που λέμε- χαρακτήρας, κέρδιζε κάθε συνάνθρωπο της από την πρώτη κιόλας στιγμή. Δεν υπήρχε λοιπόν περίπτωση να μη κερδίσει κι εμένα, όταν μάλιστα από τα γεννοφάσκια μου και πολλές φορές τη μέρα δεχόμουν - ως το μικρόν το μωρόν τη γειτονίας - την αγάπη, τα χάδια και τα πειράγματά της.

Αργότερα όταν άρχισα να καταλαβαίνω τη ζωή, ένοιωσα και τη δυναμικότητα που εξέπεμπε τούτη η γυναίκα. Όπως και όλες οι άλλες σχεδόν γυναίκες - γιαγιάδες του χωριού, έζησαν και βίωσαν ως παιδούλες την τραυματική εμπειρία του βίαιου ξεριζώματος από την πατρίδα τους.

Μία από τις τραγικές ιστορίες της Ανταλλαγής: Εμινέ Κιουτσούκ (Βασιλική Καλογιαννίδου)


Η ιστορία της, όσο τραγική κι αν είναι, δεν είναι καθόλου πρωτότυπη. Εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες, είναι οι παρόμοιες ιστορίες που ξεχάστηκαν με το πέρασμα του χρόνου. Ιστορίες ανθρώπων που μέσα στον πανικό της Ανταλλαγής δεν κατόρθωσαν για τον ένα ή τον άλλο λόγο να ακολουθήσουν τους δικούς τους ανθρώπους στην Ελλάδα και έμειναν πίσω. Τη δημοσιεύουμε με την προσδοκία ότι θα ακολουθήσουν κι άλλες, ώστε να μην ξεχαστεί ποτέ η τραγικότητα μιας γενιάς, που είδε τα καλύτερά της χρόνια να συνθλίβονται κάτω από το βάρος του Ξεριζωμού.

Ένα σπουδαίο σιγίλλιο του 1672 για την Παναγία Σουμελά

του Χρήστου Ανδρεάδη
Φιλόλογου - Ιστορικού




Πρόκειται για ένα σιγίλλιο του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικού Πατριάρχη Διονυσίου του Δ' [...] Προσπαθώντας να το διαβάσουμε συναντήσαμε δυσκολίες πολλές, διότι η γραφή του, σεσυρμένη του 17ου αιώνα, παρουσίαζε αρκετές και δυσνόητες συντομογραφίες, ειδικές σε βυζαντινά κείμενα. Ευτυχώς βρήκαμε το σιγίλλιο δημοσιευμένο  με ελάχιστα λάθη και με συντομία παρουσιάζουμε το περιεχόμενό του, αφού είναι αμετάφραστο, στην κοινή σημερινή νεοελληνική [...] Το σιγίλλιο αναφέρεται στα προνόμια που είχε η Μονή της Παναγίας Σουμελά, προνόμια που είχαν επικυρωθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μνημονεύοντας μάλιστα και την ιστορική συνέχειά τους με τα ονόματα προηγούμενων Πατριαρχών που αναφέρονταν σ’ αυτά, ώστε να φαίνεται καθαρά ότι δεν ήταν επινόημα μόνο του Διονυσίου Δ΄, αλλά και προηγούμενων Πατριαρχών φθάνοντας ως το 1546.

Γύρω από το ποντιακό τραπέζι: «Η γλυκιά εποχή της κολοκύθας...»

της Αντιγόνης Ιωαννίδου



Κάθε καλοκαίρι, μέσα στα απέραντα ποντιακά περιβόλια, κάτω από τρυφερούς βλαστούς που απλώνονται πέρα για δεκάδες μέτρα μεστώνει θριαμβευτικά η αγαπημένη του ποντιακού σπιτιού, η γλυκιά κολοκύθα. Άλλοτε κίτρινη εξωτερικά με μακρύ λαιμό, με «γούλα», όπως λέμε στα ποντιακά, ή αχνά σταχτοπράσινη, σχεδόν άσπρη εξωτερικά και στρογγυλή. Αυτή την τελευταία αποκαλούμε «καστανίτσα» επειδή η γεύση της μοιάζει αυτή του κάστανου.

Οι κολοκύθες ωριμάζουν γύρω στα τέλη Αυγούστου και στις αρχές του φθινοπώρου. Τότε κάθε νοικοκυριό τις μαζεύει και τις φυλάει στο κελάρι. Με αυτές θα φτιάξει φαγητά και σούπες, πίτες αλμυρές και γλυκές, και επιδόρπια.

Η κολοκύθα βρίσκεται το ίδιο καλά στο καθημερινό τραπέζι αλλά και στο εορταστικό, αφού η γλυκιά κολοκυθόπιτα, ο πουρμάς βρίσκεται πάντα στο Χριστουγεννιάτικο ποντιακό τραπέζι, αναπόσπαστο στοιχείο της ποντιακής γαστρονομίας της περιόδου.

Στον ιστορικό Πόντο συνηθίζουν το καλοκαίρι να αποξηραίνουν λεπτά φετάκια κολοκύθας στον ήλιο, περασμένα σε κλωστή και κρεμασμένα στο σχοινί. Αυτά τα αποξηραμένα φετάκια φυλάνε στο κελάρι για το χειμώνα και τα λένε «σιρίν». Χρησιμοποιούν το σιρίν σε μια σειρά από εύπεπτα φαγάκια όπως τα «τσιμίδεα», το «γιαχνίν με κολογκύθεα» και το γνωστό στους παλαιότερους πρόσφυγες ως «γαλατοκολόγκυθον»...