ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Πως μπορώ να λαμβάνω το Άμαστρις;

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Εμείς και ο Πόντος...




Αν μελετούσε κανείς με προσοχή το δημόσιο λόγο που παρήγαγε ο ποντιακός χώρος στα  ογδόντα πέντε χρόνια της ζωής του στην Ελλάδα, θα σχημάτιζε την εικόνα ότι εμείς οι Πόντιοι ήρθαμε από το πουθενά. Τίποτε στο σώμα των επίσημων καταγραφών της συλλογικής μας μνήμης, στην ιστοριογραφία μας, στις εφημερίδες και τα περιοδικά μας δεν μαρτυρούσε ότι αυτή η στενή λωρίδα γης που μας γέννησε, δεν καταποντίστηκε ως άλλη Ατλαντίδα, αλλά εξακολουθούσε να υπάρχει και μετά τη δική μας αποχώρηση, έστω και με άλλους κατοίκους.
Ήταν μια ιδιότυπη μορφή ιστορικής μνησικακίας από ένα λαό, ο οποίος δεν ήθελε να γνωρίζει τίποτε για μια πατρίδα, που δεν μπορούσε πλέον να τη χαίρεται; Δεν το νομίζω.  Προσωπικά κλείνω μάλλον προς την άποψη ότι ήταν μία ακόμη επιταγή των βασικών διεθνοπολιτικών επιλογών του κράτους, στο οποίο ζούσαμε. Εφόσον Ελλάδα και Τουρκία ανήκαν πλέον στον ίδιο διεθνή αμυντικό σχηματισμό, εν προκειμένω το ΝΑΤΟ, όφειλαν να εξαλείψουν από την ιστορική μνήμη των λαών τους ενοχλητικές λεπτομέρειες, που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα στο μέλλον.
Κι επειδή, όπως συμβαίνει πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η δράση τροφοδοτεί την αντίδραση, φτάσαμε αργότερα στο άλλο άκρο, να μιλάμε για «λαό χωρίς πατρίδα» (έτσι για να θυμηθούμε κι ένα από τα πιο συνηθισμένα κλισέ που επιστρατεύτηκαν για να καλύψουν την ιδεολογική γύμνια του χώρου μας στις λίγες περιπτώσεις που χρειάστηκε να αρθρώσει δημόσιο λόγο. Διότι περί πολιτικού και ακόμη περισσότερο διεθνοπολιτικού, ούτε λόγος να γίνεται!). Προσωπικά δεν συμπάθησα ποτέ αυτή την εύκολη προσέγγιση του «Ποντιακού», που έτεινε να εξομοιώσει την εξαιρετικά σύνθετη περίπτωση των Ποντίων με τους καθ’ όλα συμπαθείς Παλαιστινίους. Το γεγονός ότι εμείς οι Πόντιοι είχαμε πλέον ριζώσει για τα καλά στη γη που μας δέχθηκε, δεν φαίνεται ότι είχε και πολύ μεγάλη σημασία σ’ εκείνη την περίοδο της άκρατης «ιδεολογικοποίησης» της ιστορικής μας περιπέτειας. Και δε μπήκαμε ποτέ στον κόπο να αναρωτηθούμε: αν υποθέσουμε ότι αύριο ξαναγεννιόνταν οι προϋποθέσεις μιας ειρηνικής επιστροφής μας στον Πόντο, θα υπήρχαν πολλοί από εμάς που θα συμφωνούσαν να εγκαταλείψουν όσα απέκτησαν επί ογδόντα πέντε χρόνια στην Ελλάδα, για να εγκατασταθούν σε μια πατρίδα την οποία γνώρισαν μόνο μέσα από τις αφηγήσεις των γιαγιάδων τους; Θα υπήρχαν πολλοί που θα δέχονταν να απαρνηθούν και μάλιστα εντόκως τα 15, 20 ή και 30  στρέμματα γης (τώρα πλέον πιθανότατα εντός σχεδίου πόλεως), που τους δόθηκαν κάποτε ως «ανταλλάξιμα», με μόνη αντιπαροχή τη θαλπωρή του ιστορικού πατρικού τους σπιτιού σε μια κατάφυτη από έλατα πλαγιά των Ποντιακών Άλπεων;
Λοιπόν, ας μη γελιόμαστε, η ιστορία είναι πολύ σοβαρό πράγμα για να επιχειρούμε να παίζουμε μαζί της. Ο λαός μας ζει πλέον στην Ελλάδα και κατά πάσα πιθανότητα θα εξακολουθήσει να ζει στην Ελλάδα μέχρι η αναπόφευκτη πορεία της αλλοτρίωσης (μετά από πολλά χρόνια, ελπίζω) και το ανελέητο πέρασμα του χρόνου εξαλείψουν τα χνάρια του από την ιστορία. Όλα τα άλλα θυμίζουν τις ιστορίες για μαρμαρωμένους βασιλιάδες και προτηγανισμένα ψάρια, που ακούγαμε στα παιδικά μας χρόνια.  Αυτό όμως δε σημαίνει ότι πρέπει να ξεχάσουμε τη γη μας γέννησε.
Πριν από πολλά χρόνια είχα διαβάσει ένα μικρό βιβλιαράκι από μια διάλεξη που είχε δοθεί στην αίθουσα ενός μικρασιατικού σωματείου των Αθηνών. Συγχωρέστε που δε συγκράτησα το όνομα του ομιλητή. Θυμάμαι όμως πολύ καλά τον τίτλο του: «Η ειρηνική παλιννόστηση του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία». Το ξαναθυμήθηκα πρόσφατα, με αφορμή   τα επεισόδια που σημειώθηκαν φέτος στην Παναγία Σουμελά. Αφήνοντας κατά μέρους την πρωτοφανή σπέκουλα εντυπώσεων που τροφοδότησαν τα επεισόδια αυτά και στις δύο πλευρές του Αιγαίου, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας επαναπροσέγγισης ημών των Ποντίων με τη γενέτειρά μας. Και αυτή είναι μια διαδικασία χωρίς αμφιβολία θετική, αν όχι λυτρωτική, για ένα μικρό λαό που κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να συνθλιβεί από τις μυλόπετρες της παγκοσμιοποίησης. Χωρίς βεβαίως να παραιτούμαστε ούτε κατ’ ελάχιστον από τη διεκδίκηση του δικαιώματος στη. Επισκεπτόμενοι όμως τον Πόντο, γνωρίζοντας τους ανθρώπους του και βοηθώντας τους να βγουν από τη ιδιότυπη απομόνωση, στην οποία τους είχαν καταδικάσει 50 χρόνια στείρας τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, συμβάλλουμε με τον καλύτερο τρόπο και σε αυτό. Ας θυμηθούμε αυτό που έλεγε ο καθηγητής Taner Acksam σε προηγούμενο τεύχος του περιοδικού μας: «η τελική επιβεβαίωση μιας γενοκτονίας, είναι αυτή που έρχεται από την πλευρά του θύτη, από το λαό που βαρύνεται ιστορικά με το συγκεκριμένο έγκλημα»
Εφ’ όσον λοιπόν δεν είμαστε πλέον «αστερέωτοι ’ς ση χώρας τα στερέας», όπως έλεγε κι ο ποιητής, εφόσον νιώθουμε ότι έχουμε κάθε δικαίωμα να επισκεπτόμαστε αυτή τη γη χωρίς συμπλέγματα ιδιοκτησίας (ας πούμε με την άνεση του πλούσιου Ελληνοαμερικανού που επισκέπτεται το φτωχικό πατρικό των γονιών του στην Πελοπόννησο, κλαίει στα θεμέλιά του, αλλά δεν ενοχλεί τους φτωχούς μακρινούς συγγενείς, που κατοικούν πλέον σ’ αυτό), τότε  θα πρέπει να καλύψουμε το γρηγορότερο το χρόνο που χάθηκε όλα αυτά τα χρόνια. Σε αυτή την μεγάλη υπόθεση, ο καθένας από εμάς έχει τις δικές του ευθύνες του και τη δική του αποστολή. Για εμάς και το περιοδικό μας, αυτή η αποστολή δεν μπορεί παρά να είναι κυρίως «μορφωτική». Είναι ολοφάνερο ότι έχουμε ένα τεράστιο έλλειμμα γνώσεων γύρω από αυτή την μακρινή πατρίδα. Κι όταν λέμε έλλειμμα γνώσεων, δεν εννοούμε τόσο την ιστορία ή τη λαογραφία, όσο το σήμερα. Για πολλούς από εμάς ο Πόντος είναι μια πανέμορφη ορεινή έκταση, γεμάτη γραφικά χωριά και ροδοκόκκινες χωριατοπούλες, που βόσκουν αμέριμνες τις αγελάδες τους στα παρχάρια. Για την πραγματική όμως κατάσταση αυτού του τόπου και τη ζωή των ανθρώπων που κατοικούν σήμερα σε αυτόν, δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε. Δεν ξέρουμε τίποτε για τα προβλήματα του υπερπληθυσμού και της οικονομικού μαρασμού, που έχει γεμίσει τα υποβαθμισμένα προάστια της Κωνσταντινούπολης με μαυροθαλασσίτες εσωτερικούς μετανάστες, για την πολεοδομική καταστροφή που έχει συντελεστεί τα τελευταία τριάντα χρόνια στις ιστορικές πόλεις της περιοχής,  για την περιβαλλοντική υποβάθμιση του σύγχρονου Πόντου και κυρίως της Μαύρης Θάλασσας (που αγγίζει πλέον τα όρια του διεθνούς εγκλήματος), για την τύχη των ιστορικών μας μνημείων που με εξαίρεση την προσοδοφόρα Παναγία Σουμελά έχουν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους, για τους παράγοντες που έχουν μετατρέψει μια από τις πλέον πολυπολιτισμικές γωνιές της μικρασιατικής γης σε σημερινό άντρο της τουρκικής ακροδεξιάς και των γκρίζων λύκων, για τις συνθήκες διαμόρφωσης μιας νέας εξαιρετικά ισχυρής εθνοτοπικής ταυτότητας εντός του τουρκικού κράτους, των «Karadenizli», με σημαία τη γνωστή ποδοσφαιρική ομάδα της Τραπεζούντας, την Trabzonspor. Όλα αυτά είναι ζητήματα που πρέπει να μας απασχολήσουν. Όχι από τη σκοπιά ενός μικρού National Geographic, αλλά από τη σκοπιά των ανθρώπων που ενδιαφέρονται πραγματικά για αυτόν τον τόπο και τους ανθρώπους του.  Θα είναι  μια προσφορά και για αυτούς και για εμάς και -το κυριότερο- για όσους αφήσαμε πίσω μας...

Εισαγωγικό σημείωμα στο τεύχος Νο 6 του περιοδικού Άμαστρις

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Βάσος Καπάνταης (1924-1990). Αυτός ο σπουδαίος γλύπτης και γόνος Μικρασιατών εκφώνησε το λόγο "Η ειρηνική παλιννόστηση του Ελληνισμού στη Μικρασία".