ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Πως μπορώ να λαμβάνω το Άμαστρις;

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Το Βατούμ των Ελλήνων...



Στις διηγήσεις των Ποντίων της πρώτης γενιάς περίοπτη θέση δίπλα στις ιστορικές κοιτίδες του Ελληνισμού της Μαύρης Θάλασσας, όπως η Τραπεζούντα, η Κερασούντα, η Αμισός και η Σινώπη, καταλαμβάνει και μια πόλη με ξενικό όνομα, η οποία μάλιστα γεωγραφικά και ιστορικά δεν εντάσσεται σε αυτό πού εννοούμε λέγοντας Πόντος: το Βατούμ. Τις τελευταίες όμως δεκαετίες της ζωής των Ελλήνων του Πόντου στην ιστορική πατρίδα τους, είχε συνδεθεί τόσο στενά με τύχη του Ποντιακού Ελληνισμού, όντας το συνηθέστερο ασφαλές καταφύγιό τους απέναντι στην καταπίεση και την αυθαιρεσία των Τουρκικών αρχών, ώστε την αγάπησαν δικαιολογημένα σαν δική τους.

Το Βατούμ, ο «Βαθύς Λιμήν» της αρχαιότητας βρίσκεται εκεί ακριβώς που οι αρχαίοι Έλληνες τοποθετούσαν τη μυθική Κολχίδα. Υπό την έννοια αυτή δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στο λιμάνι της πόλης δεσπόζει σήμερα ένα γιγαντιαίο άγαλμα της Μήδειας!
Επί πολλούς αιώνες το Βατούμ παρέμενε ένα μάλλον μέτριο σε μέγεθος χωριό, γνωστό μόνο για το ασφαλές λιμάνι του και τις οχυρώσεις που πραγματοποίησαν σε αυτό οι κατά καιρούς κύριοι του. Το 1627 καταλήφθηκε οριστικά από τους Τούρκους, οπότε και άρχισε η διαδικασία εξισλαμισμού της Ατζαρίας (της παραθαλάσσιας περιοχής της Γεωργίας, που έχει πρωτεύουσα το Βατούμ). Το 1807 το τουρκικό Μπατούμ διέθετε πληθυσμό 5.000 κατοίκων και αποτελούσε το κέντρο του Οθωμανικού δουλεμπορίου στην περιοχή της Υπερκαυκασίας.
Το 1878 με τη γνωστή Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου η πόλη και η ενδοχώρα της προσαρτήθηκαν στην Τσαρική Ρωσία. Υπό τη ρωσική διακυβέρνηση το Βατούμ αναδείχτηκε γρήγορα στο σημαντικότερο λιμάνι της περιοχής του Καυκάσου, έπειτα από αθρόες κυβερνητικές επενδύσεις σε έργα ναυτιλιακής υποδομής. Η σπουδαιότητά του οφείλεται στο ότι ήταν το ασφαλέστερο λιμάνι ολόκληρης της ακτής από το Κερτς έως τη Σινώπη και η ανάπτυξή του βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στις διαρκώς αυξανόμενες εξαγωγές πετρελαίου από το Μπακού που έδινε την εποχή εκείνη το 1/3 της παγκόσμιας πετρελαιοπαραγωγής. To 1883 εγκαινιάστηκε o Υπερκαυκασιακός Σιδηρόδρομος που συνέδεε το Μπακού με το Βατούμ, γεγονός που απογείωσε στην κυριολεξία την οικονομική ζωή της πόλης, η οποία μέσα σε χρόνο ρεκόρ γέμισε από σύγχρονες βιομηχανίες, διυλιστήρια, μονάδες παραγωγής κηροζίνης κ.α.

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Στιγμές...

από τον Eleftherios Kostans

Τουρκία 2009, Λιβερά
Κάποιοι άνθρωποι στην περιοχή του Πόντου επιβιώνουν πουλώντας πολιτιστικά «μπιχλιμπίδια» στους τουρίστες. Εδώ ένα παιδί ντυμένο με την γυναικεία φορεσιά της περιοχής των Σουρμένων πουλά κούκλες ντυμένες με το ίδιο πολύχρωμο μοτίβο που έχει γίνει πασίγνωστο χάρη στους ταξιδιωτικούς οδηγούς. Ορισμένοι ταξιδιωτικοί οδηγοί άλλωστε, περιγράφουν τις Σουρμενίτισσες ως τις πιο όμορφες γυναίκες ολόκληρης της Μαύρης Θάλασσας.

Δημοσιεύθηκε στο τεύχος 21 του περιοδικού Άμαστρις


Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

«Κάποια Πρωτοχρονιά...»

(Από τις παιδικές αναμνήσεις του Δημήτρη Ψαθά)


Καθώς τις χρονιάρες τούτες μέρες το μυαλό φτερουγίζει πάντα προς τα παιδικά χρόνια, θα θυμηθώ σήμερα πάλι κάποια μακρινή Πρωτοχρονιά στην Τραπεζούντα, σε χρόνια ταραγμένα -ξεχασμένα- εν έτει σωτηρίω… 1917. Ήταν ένα αστείο γεγονός -ολόκληρη η πόλη να είναι ντυμένη στα ίδια υφάσματα, του ίδιου τύπου, των ίδιων χρωματισμών κι αυτό να προκαλέσει την κατάρα του δεσπότη. Επειδή όλα αυτά τα υφάσματα ήσαν… κλεμμένα! Όχι μονάχα ήσαν κλεμμένα, αλλά και σε κραυγάζανε με τα ποικίλα σχέδιά τους, τόσο μαρκαρισμένα και τόσο στερεότυπα όλα, ώστε μόλις έβλεπες καμιά γυναίκα -προπάντων οι γυναίκες τα φορούσαν- έλεγες:

-Κεμπρούκ!

Κεμπρούκ σήμαινε το τελωνείο -ή τις αποθήκες του τελωνείου- όπου είχε γίνει η ομαδική διαρπαγή υπό συνθήκες πρωτάκουστες και κωμικοτραγικές, ενώ δηλαδή η πόλη βομβαρδιζόταν από τα καράβια της Α. Μ. του Τσάρου πασών των Ρωσιών.

Με τους βομβαρδισμούς αυτούς, που ήσαν τακτικότατοι, είχαμε εξοικειωθεί -επί ένα ή δυο χρόνια τον καιρό εκείνο που ο τσαρικός στρατός προχωρώντας απ’ το Βατούμ καταλάμβανε τα παράλια του Πόντου και ζύγωνε προς την Τραπεζούντα με αντικειμενικό σκοπό να φτάσει εις την Κωνσταντινούπολιν και ο στόλος βομβάρδιζε τις μεγάλες παραλιακές πόλεις για να εξουδετερώσει τις ανύπαρκτες οχυρώσεις των Τούρκων.

Αξίζει να χαράξω μερικές γραμμές γι’ αυτούς τους βομβαρδισμούς -προτού προχωρήσω στο Κεμπρούκ- γιατί είχαν μια αγριάδα αλλά και περίεργη γραφικότητα.
Ιδιαίτερο γούστο -τραγικό- είχε η πρώτη εμφάνιση του ρωσικού στόλου που γέμισε χαρά και ενθουσιασμούς τον ελληνικό πληθυσμό της Τραπεζούντας επειδή θεωρούσε τη Ρωσία προστάτιδα δύναμη και περίμενε απ’ τον τσάρο την απελευθέρωσή του. Γέμισε ο γιαλός από Ρωμιούς που καμάρωναν τα καράβια κι απ’ τα Εξώτειχα, την πιο δυτική παραλιακή συνοικία της πόλης, μέχρι τον Άγιο Γρηγόρη και πέρα, ανατολικά, προς τη Δαφνούντα, όλοι βλέπαμε χαρούμενοι τα καράβια που ζυγώναν, ενώ οι Τούρκοι αγριεμένοι και ανήσυχοι κοιτούσαν να κρυφτούν.
Τα παιδιά του σχολείου -στο περίφημο «Φροντιστήριον Τραπεζούντος», ένα επιβλητικό κτίριο που υψωνόταν κατενάντι στην θάλασσα- είχαμε βγει στα παράθυρα και χαιρετούσαμε τον στόλο. Σε μικρή απόσταση υψωνόταν επιβλητικός επίσης ο Άγιος Γρηγόριος -η μητροπολιτική εκκλησιά- μεσολαβούσε μια απέναντι παραλία, στο τέλος της οποίας υψωνόντουσαν τα τείχη και τα κάστρα των Κομνηνών, σχεδόν άθικτα μέσα στους αιώνες. Απ’ την άλλη μεριά ήταν το λιμάνι, το «Κεμπρούκ» και πέρα η Δαφνούντα. Στην πλάτη αυτής της έκτασης υψωνόταν ο λόφος του Ποζ-τεπε, όπου αναρριχότανε η πόλη.

Με χαρά και αγαλλίαση απ’ το σχολειό μας -το «Φροντιστήριο» -παρακολουθούσαμε κι εμείς οι πιτσιρίκοι τα καράβια που όλο και πλησίαζαν όταν ξαφνικά από το ένα άστραψε μια λάμψη, ύστερα έσκισε τον αέρα ένα σφύριγμα κι απότομα:

-Μπουμ!…

Μια τρομακτική έκρηξη ακούστηκε κι ένας απ’ τους συμμαθητές μας -Σπύρος Μαρμάρης- έπεσε βουτηγμένος στο αίμα. Αστραπιαία ήρθε ο πανικός, ο τρόμος, τρέξαν πολλοί και πιάσαν το παιδί, που είχε τραυματισθεί άσχημα στο χέρι από ένα κομμάτι της οβίδας. Σήμερα ο πρώτος εκείνος τραυματίας ζει στην Αθήνα, έχει κατάστημα και το χέρι του μαρτυρά τα αγαθά της χαρούμενης εκείνης μέρας.

Δεν ήταν, φυσικά, η μόνη οβίδα που έπεσε, ούτε κι ο μόνος βομβαρδισμός της πόλης, εκείνος. Από τότε τα ρούσικα καράβια μας ερχόντουσαν ξαφνικά αλλά κανένας πια δεν έβγαινε σε παράθυρο ή μπαλκόνι για να τα χαιρετήσει. Ο ερχομός -το ξέραμε πια- σήμαινε βομβαρδισμό κι ο πανικός ξεσπούσε μόλις διαγραφόταν στο μακρινό βάθος του ορίζοντα αμυδρότατα ο καπνός των καραβιών, έστω και τόσο αδιόρατος σαν τον καπνό τσιγάρου… Μια κραυγή αντηχούσε τότε:
 -Τα… βαπόρια!

Η ιστορία ενός ξεχασμένου ακριτικού τραγουδιού…



Ήταν κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στην Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο. Είχα από μικρό παιδί τάσης φυγής προς την ύπαιθρο κι έτσι την εποχή εκείνη συνήθιζα να ανηφορίζω κάθε 1η Αυγούστου για το «Σπίτι της Σάντας» στην Παναγία Σουμελά και να μένω εκεί μέχρι το Δεκαπενταύγουστο, άλλοτε μόνος μου κι άλλοτε με την παρέα μου. Γέμιζα την τσάντα μου με το ελαφρύτερο ανάγνωσμα που είχε προστεθεί τις μέρες εκείνες στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, επέδραμα στα φανερά στο πορτοφόλι της μάνας μου (και στα κρυφά στο μονίμως αφύλακτο ταμείο της οικογενειακής επιχείρησης) και ξεκινούσα πανευτυχής για τις διακοπές μου, τις μόνες πραγματικές διακοπές που θυμάμαι να έκανα στη ζωή μου.
Στο «Σπίτι της Σάντας» με περίμεναν πάντοτε τα κορίτσια, η Αθηνά και η Υβόννη. Προς θεού, μην πάει ο νους σας στο πονηρό! Διότι τα «κορίτσια», που δεν ήταν πλέον και τόσο κορίτσια, ήταν δύο χωριανές μου χήρες, καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερες από τη μάνα μου, που συνήθιζαν κι αυτές, μόλις άρχιζαν οι ζέστες, να ανεβαίνουν στην Παναγία Σουμελά. Με τη διαφορά ότι αυτές δεν έμεναν για λίγες ημέρες, όπως εμείς, αλλά ολόκληρο το καλοκαίρι. Εμείς οι νεώτεροι τις αποκαλούσαμε «ρομάνες» και εδώ που τα λέμε, η ζωή τους θύμιζε κάτι από τις ρομάνες του Πόντου, αφού ανέβαιναν στο Βέρμιο όχι μόνο για παραθέριση, αλλά και για να καθαρίσουν, να φροντίσουν και να δώσουν ζωή στο πανέμορφο πέτρινο οίκημα που έχτισαν οι συγχωριανοί μας της πρώτης γενιάς, ώστε να έχουν κάπου να μείνουν, όταν επισκέπτονται την Παναγία.
Ένα πρωί χτύπησε η πόρτα και τα κορίτσια, που ήταν απασχολημένα με τις δουλειές του σπιτιού, με έστειλαν να ανοίξω. Ήταν ένας ασπρομάλλης λεβεντόγερος, που ζήτησε ευγενικά να γεμίσει το παγούρι του με νερό (το σπίτι μας ήταν -κι απ’ ότι ξέρω, παραμένει- το αγαπημένο καταφύγιο των προσκυνητών που διανυκτέρευαν τριγύρω του σε σκηνές, και οι οποίοι έρχονταν συνήθως για να προμηθευτούν κρύο νερό, να βάλουν κάποιο τρόφιμο στο ψυγείο ή τώρα πλέον, μετά την τελευταία ανακαίνιση, να κάνουν ένα βιαστικό ντουζ).
Δεν υπήρχε περίπτωση να μπεις σε εκείνο το σπίτι, ιδιαίτερα αν ήσουν Πόντιος και ασπρομάλλης, και να μη σε κρατήσουμε για καφέ. Καθίσαμε λοιπόν στο μεγάλο σαλόνι με τους τέσσερις φρεσκοασπρισμένους τοίχους του γεμάτους με φωτογραφίες πεθαμένων από χρόνια ανταρτών, δασκάλων και παππάδων, και πιαστήκαμε στην κουβέντα. Ονομαζόταν Νικόλαος Αμοιρίδης και καταγόταν από το Χρυσοκέφαλο της Δράμας, ζούσε όμως από χρόνια στο Γιδά. Παραδοσιακός λυράρης και αυθεντικότατος χορευτής της Σέρας παρά τα εβδομήντα του χρόνια, επισκεπτόταν, όπως κι εμείς, κάθε χρόνο την Παναγία Σουμελά κι έμενε εκεί, στο αντίσκηνό του, μέχρι το Δεκαπενταύγουστο.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Το Τσερνομπίλ στοιχειώνει ακόμη τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας...


Αναδημοσίευση από την αγγλόφωνη έκδοση της Hurriyet
Μετάφραση: Άμαστρις





Η συνεχιζόμενη απειλή από την έκρηξη στο πυρηνικό εργοστάσιο της Fukushima στην Ιαπωνία, φέρνει στο νου την καταστροφική έκρηξη που σημειώθηκε πριν από 25 χρόνια στο Τσερνομπίλ . Παρά το γεγονός ότι οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι εξακολουθούν να αρνούνται ότι το ατύχημα του Τσερνομπίλ αύξησε τα περιστατικά καρκίνου στην Τουρκία, οι γιατροί και οι κάτοικοι της Μαύρης Θάλασσας έχουν άλλη άποψη… 

Αν κι έχουν περάσει 25 χρόνια από την καταστροφική έκρηξη που σημειώθηκε στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ, τα αποτελέσματά της εξακολουθούν να παραμένουν έκδηλα στην περιοχή, και ιδιαίτερα στις τουρκικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας. 
Είκοσι πέντε χρόνια μετά το περιστατικό, που συνέβη στις 26 Απριλίου του 1986, ο ακριβής αριθμός των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους λόγω της ακτινοβολίας στην οποία είχαν εκτεθεί, εξακολουθεί να παραμένει άγνωστος. Όμως ο αριθμός των κρουσμάτων καρκίνου, που έχουν διαπιστωθεί στην περιοχή, δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητος. 
«Έχω χάσει επτά μέλη της οικογένειάς μου από καρκίνο, μεταξύ των οποίων το σύζυγό μου, τη μητέρα μου, και τους δύο γιούς μου, που ήταν νεότατοι», δηλώνει η Meral Kara, κάτοικος Τραπεζούντας, «και τώρα περιμένω πότε θα έρθει η σειρά μου». 
«Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν πολλά κρούσματα καρκίνου στη γύρω περιοχή», δηλώνει ο Yalcin Emiralioğlu, δήμαρχος του Kemalpaşa, μιας μικρής πόλης στην επαρχία Αρτβίν, που εμφανίζει υψηλά ποσοστά καρκίνου. «Κι εγώ ο ίδιος έχω χάσει συγγενείς μου από τον καρκίνο». 

Στους πύργους της Τραπεζούντας…

(Ξένοι περιηγητές στο σύγχρονο Πόντο)




     Μετά από ένα οκτάωρο ιδιαίτερα κουραστικό ταξίδι με μοτοσυκλέτα, πήραμε σήμερα αναγκαστικά μία ημέρα ρεπό, κάνοντας στάση στην Τραπεζούντα, την πρωτεύουσα αρχαίου Πόντου. Δε νομίζω ότι η στάση μιας μέρας θα μας απασχολούσε ιδιαίτερα, αν επρόκειτο για ένα ταξίδι με νταλίκα, είναι όμως πολύ διαφορετικό όταν είσαι υποχρεωμένος να ταξιδεύεις με ταχύτητα μόλις 25 μιλίων την ώρα κάτω από τη βροχή και τον άνεμο.
Η Τραπεζούντα είναι μία αρχαία ιστορική πόλη, αν και η σύγχρονη τουρκική πραγματικότητα έχει αφήσει να επιβιώσουν ελάχιστα ίχνη αυτής της κληρονομιάς. Όλα τα όμορφα παλιά οθωμανικά σπίτια έχουν κατεδαφιστεί και αντικατασταθεί από αντιαισθητικούς όγκους μπετόν, ενώ ακόμη και τα απομεινάρια των προ-ρωμαϊκών τειχών της πόλης χτίστηκαν από πάνω και πνίγηκαν στα θλιβερά απομεινάρια του εκμοντερνισμού. Οι Τούρκοι, αν και ζουν σε μια χώρα με τόσο ένδοξη και ποικιλόχρωμη ιστορία, φαίνονται ότι τρέφουν μια βαθιά περιφρόνηση προς οτιδήποτε έχει προηγηθεί του Κεμάλ Ατατούρκ. Ο Μεγάλος Ηγέτης έδινε πολύ μεγάλη σημασία στον εκσυγχρονισμό και την εθνική ομοιομορφία της Νέας Τουρκίας. Επομένως η ιστορία και κατά συνέπεια η ποικιλομορφία του παλαιού Οθωμανικού κόσμου είναι κατάρα για την κοσμοθεωρία του για ένα «νέο έθνος». Ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος και του μετασχηματισμού της Τουρκίας στη χώρα που είναι σήμερα, η Τουρκία κάνει ό,τι μπορεί για να κοιτάξει μπροστά, χωρίς να κρύβει την αμηχανία της για το τι συνέβη πριν. Αν οδηγήσεις μέσα σε μια οποιαδήποτε σύγχρονη τουρκική πόλη, θα νομίζεις ότι τα πάντα ισοπεδώθηκαν από τις μπουλντόζες γύρω στο 1960. Όλα είναι μοντέρνα, άσχημα, τσιμεντένια. Σε πολλά από τα χωριά που διασχίσαμε -ιδιαίτερα μεταξύ Αμάστριδος και Σινώπης- εξακολουθούν να υπάρχουν θύλακες από παλιά ξύλινα οθωμανικά σπίτια , όμως η συντριπτική πλειοψηφία τους είναι στα τελευταία στάδια της αποσύνθεσης, κι αποφεύγονται και εγκαταλείφθηκαν από τους χωρικούς. Είναι λυπηρό να βλέπουμε. Ο τουριστικός οδηγός του Lonely Planet υποστηρίζει ότι υπάρχει μία τάση αναπαλαίωσης αυτών των κτιρίων, μόνο όμως σε σημεία που γίνονται ορατά από τους τουρίστες. Κρίμα!

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Μια σπάνια κάρτ ποστάλ...

Κάντε κλικ για μεγέθυνση

Λεπτομερές σχεδιάγραμμα της ενορίας Ισχανάντων της Σάντας του Πόντου. Φιλοτεχνήθηκε το 1927 από το δάσκαλο Κωνσταντίνο Αγγελίδη στην Τριανταφυλλιά Σερρών και τυπώθηκε σε καρτ ποστάλ  που κυκλοφόρησε ευρέως μεταξύ των Σανταίων προσφύγων (εμείς τη βρήκαμε στο πολύτιμο κουτί με τις παλιές φωτογραφίες του μακαρίτη Θεόφιλου-Φίκου Ασλανίδη στη Νέα Σάντα).  Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά  στην "Ιστορία της Σάντας του Πόντου" του Μιλτιάδη Νυμφόπουλου (Δράμα 1953) σε μικρό όμως μέγεθος και χωρίς να μπορούν να διαβαστούν οι πληροφορίες που αναγράφει. Κρίμα, γιατί  πρόκειται για απολύτως αξιόπιστη απεικόνιση, που μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τον σχεδόν ερειπωμένο πλέον οικισμό.  Σύμφωνα με μαρτυρία του επίτιμου προέδρου του Συλλόγου Σανταίων Θεσσαλονίκης Λάκη Σοφιανού,  όταν ο πατέρας του είδε πρώτη φορά το σχεδιάγραμμα, εξεπλάγη με την ακρίβειά του, αφού το πατρικό τους σπίτι απεικονίζετο με κάθε λεπτομέρεια (ακόμη και ένα μικρό παραθυράκι, λέει, που είχαν ανοίξει  σε έναν τοίχο λίγα χρόνια πριν την καταστροφή του χωριού, είχε απεικονιστεί και μάλιστα στη σωστή του θέση!).  

Στο "Σπίτι της Σάντας"

Μπροστά στο "Σπίτι της Σάντας" στην Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο.
Δεκαπενταύγουστος του 1960. Στη λύρα ο Τσορτάντς...
 


Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Στο δρόμο της επιστροφής…




«Τη δέσμευσή του ότι θα τεθεί ο ίδιος επικεφαλής και θα αναλάβει προσωπικά την ευθύνη για την υλοποίηση όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την παραχώρηση από τις τουρκικές αρχές, την αναστύλωση  και  την απόδοση στους Σανταίους συμπατριώτες του  του υπό κατάρρευση αρχοντικού Μαντίδη,  που βρίσκεται στην ενορία Ισχανάντων της επτάκωμης Σάντας του Πόντου, εξέφρασε ο κ. Ιβάν Σαββίδης κατά τη διάρκεια συνάντησης γνωριμίας που είχε την Παρασκευή με αντιπροσωπεία της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Άμαστρις…»


Η διώροφη κατοικία του ιδρυτή των πρώτων δημοτικών σχολείων της Σάντας,  Σπυρίδωνα Μαντίδη, χτίστηκε το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στην ενορία Ισχανάντων και αποτελεί το μοναδικό σωζόμενο δείγμα της χαρακτηριστικής αρχιτεκτονικής των ονομαστών πετρόχτιστων αρχοντικών της Σάντας. Κι αυτό γιατί όσα από αυτά απέφυγαν την πυρπόληση  από τον τουρκικό στρατό το 1921 ή  δεν ανατινάχθηκαν με δυναμίτη  από τους ίδιους τους Σανταίους αντάρτες, προκειμένου να μη χρησιμοποιηθούν ως προκεχωρημένα φυλάκια εναντίον τους, κατέρρευσαν με το πέρασμα του χρόνου λόγω της εγκατάλειψης ή της πλημμελούς συντήρησής τους εκ μέρους των νέων κατόχων τους.

Τα τελευταία χρόνια το αρχοντικό του Σπυρίδωνα Μαντίδη κινδυνεύει με κατάρρευση και κάθε χρόνο που περνά η κατάσταση του  γίνεται ολοένα και πιο επικίνδυνη. Η ομάδα του περιοδικού Άμαστρις επισκέφτηκε τον κ. Σαββίδη, και του ζήτησε να αναλάβει εκείνος την πρωτοβουλία ώστε να εξασφαλιστεί η μακροχρόνια παραχώρησή του οικήματος από την τουρκική κυβέρνηση, η αναστύλωσή του και η απόδοση του στους απογόνους των τελευταίων κατοίκων της Σάντας, προκειμένου να μπορούν όχι μόνο να το επισκέπτονται, αλλά και να διαμένουν σε αυτό κάθε φορά που επισκέπτονται την ιστορική τους πατρίδα.

Ο κ. Σαββίδης ζήτησε να πληροφορηθεί το νομικό καθεστώς που διέπει τα εγκαταλελειμμένα σπίτια της Σάντας, και όταν πληροφορήθηκε ότι το τουρκικό κράτος δεν έχει παραχωρήσει τίτλους ιδιοκτησίας για αυτά,   δήλωσε ότι αποδέχεται την πρόκληση, την οποία θεωρεί μέρος του προσωπικού του χρέους. Παράλληλα  τόνισε ότι αντιλαμβάνεται απολύτως τη δυναμική που θα προσδώσει αυτή η κίνηση στην υπό εξέλιξη τάση επανασύνδεσης των Ποντίων με την ιστορική τους πατρίδα, αφού θεωρεί πολύ πιθανόν ότι θα βρει μιμητές μεταξύ ανθρώπων από κάθε περιοχή του Πόντου, οι οποίοι θα ενθαρρυνθούν να θέσουν σε σταθερότερη  βάση τις επαφές τους με την πατρίδα τους.

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Καθ’ οδόν για το Αλεξάνδρειο…


Το έχω πει και το έχω γράψει πολλές φορές ότι όταν ξεκινήσαμε την έκδοση αυτού του περιοδικού, είχαμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας την ανείπωτη ακόμη φιλοδοξία να αλλάξουμε κάποια από τα δεδομένα στο χώρο του ποντιακού τύπου. Μη φανταστείτε ότι ονειρευόμασταν και τίποτε σπουδαίο. Δεν πέρασε π.χ. ποτέ από το μυαλό μας ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε τους Πόντιους να διαβάζουν περισσότερο απ’ όσο διάβαζαν πριν ευτυχήσουν να πάρουν στα χέρια τους το αποτέλεσμα του δικού μας εκδοτικού οίστρου. Ούτε καν το μείζον ηθικό θέμα των σχέσεων ποντιακού τύπου - ποντιακών οργανώσεων είχαμε σκεφτεί ακόμη να θίξουμε. Τη δυσοίωνη όμως εκείνη παράδοση που ήθελε τα περισσότερα νέα ποντιακά έντυπα να εγκαταλείπουν την προσπάθεια, πριν κλείσουν καν τον πρώτο χρόνο του βίου τους, νιώθαμε ότι, όπως και να ’χει, μπορούσαμε να τη διαψεύσουμε.
Όταν, παρά τις γνωστές και χιλιοειπωμένες δυσκολίες, κατορθώσαμε να συμπληρώσουμε τον κύκλο των 12 πρώτων τευχών μας, ήμασταν ακόμη πολύ «ζαλισμένοι» από τη γοητεία του εγχειρήματος, αλλά και τόσο αφοσιωμένοι στη μάχη με τις πολλές και σημαντικές δυσκολίες που είχαμε ακόμη μπροστά μας, για να περάσει από το μυαλό μας ακόμη και η υποψία ότι δικαιούμαστε να κάνουμε ένα διάλειμμα για να το γιορτάσουμε. Τώρα που συμπληρώσαμε αισίως όχι τα δώδεκα, αλλά τα εικοσιτέσσερα, παρακαλώ, τεύχη, νιώθουμε επιτέλους ότι έχουμε κάθε δικαίωμα να χαρούμε για αυτήν μας την επιτυχία χωρίς το φόβο ότι μπορεί να θεωρηθούμε αλαζόνες ή έστω αιθεροβάμονες.

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Ατμομηχανή-αντίκα προσελκύει το ενδιαφέρον Γερμανικών και Βρετανικών Μουσείων…

Μια παλιά ατμομηχανή που φυλάσσεται στις εγκαταστάσεις εξόρυξης άνθρακα του Çeltek στην περιοχή της Αμάσειας, έχει γίνει μήλο της έριδας για Γερμανικά και Βρετανικά μουσεία, ενώ το ενδιαφέρον τους να αποκτήσουν το σπάνιο έκθεμα έχουν επίσης εκφράσει το Μουσείο Rahmi Koç της Κωνσταντινούπολης και το Μητροπολιτικό Μουσείο της ίδιας πόλης. Ο γενικός γραμματέας των ορυχείων Mustafa Bolat αποκάλυψε ότι στο ορυχείο φυλάσσονται όχι μία, αλλά τρεις σπάνιες μηχανές, δύο ατμοκίνητες και μία πετρελαιοκίνητη, και οι τρεις γερμανικής κατασκευής. Η επίμαχη ατμομηχανή, που κατασκευάστηκε το 1895 στη Γερμανία και φέρει αύξοντα αριθμό 4153 εκτιμάται ότι είναι μία από τις δύο μόνο παρόμοιες που έχουν σωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο. «Αυτές οι ατμομηχανές είναι ανεκτίμητης αξίας. Η συγκεκριμένη περιήλθε στο ορυχείο μας το 1958. Η πρώτη προσφορά που δεχτήκαμε να την πουλήσουμε, προήλθε από τη Γερμανία και στη συνέχεια ακολούθησαν άλλη από τη Μ. Βρετανία. Αργότερα μας τη ζήτησε και το Mουσείο Rahmi Koç της Κωνσταντινούπολης. Ποτέ όμως δε σκεφτήκαμε να την πουλήσουμε λόγω της ιστορικής της αξίας. Θα εκτεθεί στο κοινό εκεί όπου βρίσκεται σήμερα, στο μουσείο του ορυχείου μας, που πρόκειται να ανοίξει σύντομα τις πόρτες του για το κοινό».

Οι «Ελληνοτούρκοι» τιμούν την 89η επέτειο της Συνθήκης της Λωζάνης…

Στιγμιότυπο από την αποβίβαση στο λιμάνι της Τούζλα
Τη μνήμη των δικών τους ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής, αλλά και του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, τίμησαν οι απόγονοι των μουσουλμάνων της Ελλάδας που υποχρεώθηκαν το 1924 να μεταναστεύσουν στην Τουρκία λόγω της ανταλλαγής πληθυσμών που συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών. Την τελετή, που πραγματοποιήθηκε στις 29 Ιανουαρίου, ανήμερα της 89ης επετείου της υπογραφής της συμφωνίας της Λωζάνης, στην παραθαλάσσια περιοχή της Τούζλας κοντά στην Κωνσταντινούπολη, συνδιοργάνωσαν το «Ίδρυμα Ανταλλαξίμων της Συνθήκης της Λωζάνης», που ιδρύθηκε το 2001 στην Κωνσταντινούπολη από απογόνους των οικογενειών που υπήχθησαν στην ανταλλαγή, και οι ανθρωπιστικές οργανώσεις Tuzla Aid και Ίδρυμα Αλληλεγγύης. Στα πλαίσια αυτής της τελετής ο 98χρονος Lütfü Karadağ, ο οποίος ήρθε το 1924 από τα Ιωάννινα στην Κωνσταντινούπολη σε ηλικία 10 ετών, αποβιβάστηκε από ένα πλοίο στο λιμάνι της Τούζλα σε μια συμβολική αναπαράσταση της άφιξης των Μουσουλμάνων της Ελλάδας στην Τουρκία. Με ανακοίνωσή του που εκδόθηκε μετά την τελετή το «Ίδρυμα Ανταλλαξίμων της Συνθήκης της Λωζάνης» εξέφρασε την αντίθεσή του με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι απόγονοι των μουσουλμάνων από την Ελλάδα που επιθυμούν να ταξιδέψουν στην πατρίδα τους και ζήτησε απευθυνόμενο στην Ε.Ε. και τις ελληνικές αρχές «την κατάργηση των απαιτούμενων θεωρήσεων, ώστε να μπορούν οι απόγονοι των ανταλλαξίμων να επισκέπτονται την Ελλάδα για να ανακαλύπτουν τις ρίζες τους και να μαθαίνουν περισσότερα για την ελληνική πολιτιστική τους κληρονομιά».

Καλλιτέχνης του «αγγείου» υποψήφιος για την UNESCO

Bülent Bekar
Ο Bülent Bekar από το Çamlıhemşin της Ριζούντας, οργανοπαίκτης αλλά και κατασκευαστής του γνωστού μουσικού οργάνου που οι Έλληνες του Πόντου αποκαλούν «τουλούμ» ή «αγγείον», επιλέχθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού της Τουρκίας ως υποψήφιο «ζωντανό μνημείο της ανθρώπινης κληρονομιάς» της UNESCO. Τουρκία και UNESCO υπέγραψαν το 2006 ένα πρωτόκολλο συνεργασίας με αντικείμενο την καταγραφή και τεκμηρίωση της ζωντανής πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας. Στα πλαίσια αυτής της αποστολής το τουρκικό Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού επιλέγει πρόσωπα που συνεισφέρουν στην πολιτιστική ζωή της Τουρκίας και υποβάλει στην UNESCO τις υποψηφιότητές τους ως «ζωντανά μνημεία της ανθρώπινης κληρονομιάς». Για τη φετινή χρονιά επελέγη ο 33χρονος Bekar, ο οποίος παίζει τουλούμ από τα παιδικά του χρόνια, ενώ εδώ και πέντε χρόνια είναι και οργανοποιός. Μιλώντας στους εκπροσώπους του τύπου, ο Bekar δήλωσε ότι το εργαστήριό του είναι το μοναδικό στο οποίο κατασκευάζεται πλέον το συγκεκριμένο όργανο, τονίζοντας: «η κουλτούρα αυτού του οργάνου είναι πολύ ξεχωριστή, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Αυτός είναι ο λόγος που έχω αποφασίσει να αναβιώσω αυτή την κουλτούρα». Ο Bekar δήλωσε ότι 2009 ηχογράφησε για το αρχείο του τουρκικού Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού 12 έργα με τουλούμ, χάρη στα οποία επελέγη ως υποψήφιος για την τιμητική διάκριση της UNESCO.

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Ο Τύπος των Ποντίων στον Πόντο, τον Καύκασο και την Ελλάδα (Μέρος Δ΄: Ελλάδα)


του Δημήτρη Πιπερίδη
(αναδημοσίευση από τον τρίτο τόμο του ειδικού αφιερώματος 
του National Geographic για τον Πόντο)


Φίλων Κτενίδης
(1889-1963)
Είναι πολύ δύσκολο να γίνει λόγος για βιώσιμα ποντιακά έντυπα στην Ελλάδα των πρώτων προσφυγικών χρόνων. Κάποιες πρώιμες προσπάθειες, τόσο στην Αθήνα όσο και στη Θεσσαλονίκη, δε στέφθηκαν από επιτυχία κυρίως διότι τα προσφυγικά στρώματα που βίωσαν με λιγότερο επώδυνο τρόπο την περιπέτεια της προσφυγιάς, δεν επαρκούσαν για να εξασφαλίσουν την μακροημέρευση παρόμοιων εγχειρημάτων, ενώ και η μεγάλη μάζα των αγροτών προσφύγων της Βόρειας Ελλάδας ήταν προς το παρόν προσανατολισμένη αποκλειστικά στο δύσκολο στοίχημα της επιβίωσης. Μοναδική εξαίρεση από τον κανόνα αυτό αποτελεί το «Αρχείον Πόντου», που εξεδόθη το 1928 από την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών (τον κύκλο των Ποντίων συγγραφέων και διανοουμένων που συσπειρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920 γύρω από το πρόσωπο του «από Τραπεζούντος» Χρύσανθου) και εξακολουθεί να εκδίδεται σε ετήσια βάση μέχρι και σήμερα. Ακόμη και αυτή η περίπτωση όμως, δεν είναι καν σίγουρο ότι μπορεί να θεωρηθεί ως εξαίρεση από τον παραπάνω κανόνα, αφού το «Αρχείον Πόντου» δεν ήταν ποτέ καθαρόαιμο περιοδικό υπό την έννοια που έχει ο όρος στις μέρες μας, όσο «ετήσιον περιοδικόν σύγγραμα» (έτσι άλλωστε αυτοπροσδιορίζεται μέχρι και σήμερα) ακαδημαϊκού χαρακτήρα, προσανατολισμένο αποκλειστικά στα ερευνητικά ενδιαφέροντα του φορέα που το εκδίδει.
Η πρώτη προσπάθεια  που διεκδικεί με αξιώσεις να κερδίσει το στοίχημα έκδοσης ενός βιώσιμου ποντιακού εντύπου ευρείας διάδοσης είναι το περιοδικό «Ποντιακά Φύλλα» που εκδίδει το 1936 ο δημοσιογράφος της «Καθημερινής» Νίκος Καπνάς. Πρόκειται για ένα  καλαίσθητο μηνιαίο περιοδικό, λαογραφικού περιεχομένου, που στηρίζει την  επιβίωσή του στο αναπόφευκτο σύστημα της εγγραφής συνδρομητών. Θα επιβιώσει για λίγα χρόνια, χαρίζοντάς μας μερικές από τις κορυφαίες  στιγμές της ποντιακής λαογραφίας και θα κλείσει -προφανώς για οικονομικούς λόγους- λίγο πριν την περίοδο της κατοχής (μεταπολεμικά ο εκδότης του θα επανεμφανιστεί στο χώρο του ποντιακού τύπου με ένα νέο περιοδικό, κατώτερο από πάσης άποψης του προηγούμενου, που ονομάζεται  «Το Ποντιακό», και το οποίο θα επιζήσει για λίγους μόλις μήνες).

Ο Τύπος των Ποντίων στον Πόντο, τον Καύκασο και την Ελλάδα (Μέρος Γ΄: τέως Ε.Σ.Σ.Δ.)


του Δημήτρη Πιπερίδη
(αναδημοσίευση από τον τρίτο τόμο του ειδικού αφιερώματος 
του National Geographic για τον Πόντο)



Μετά το 1924 ο ποντιακός Τύπος της τ. Ε.Σ.Σ.Δ. μπαίνει σε μία νέα φάση. Οι παλαιές εφημερίδες κλείνουν και στη θέση τους εμφανίζονται νέες με ριζικά διαφορετικό ιδεολογικό προσανατολισμό. Ο λόγος δεν είναι τόσο η αποστέρηση του ελληνισμού της Γεωργίας από την «αστική» πολιτική και πνευματική του ηγεσία (που εγκαταλείπει αθρόως το Βατούμ και το Σοχούμ για να έρθει στην Ελλάδα), όσο κυρίως η επικράτηση ενός νέου πολιτικού και κοινωνικού συστήματος, που θέτει τους δικούς του κανόνες στη λειτουργία του τύπου. Όπως μαρτυρούν οι τίτλοι τους («Κομμουνιστής», «Κολεκτιβιστής», «Κόκκινος Καπνάς» κλπ) τα έντυπα που θα αναλάβουν να διαδεχθούν τον «αστικό» ποντιακό τύπο της περιόδου 1910-1920, είναι έντυπα που δεν υπηρετούν απλά τη νέα πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα που έχει εγκαθιδρυθεί στη χώρα, αλλά εκπορεύονται ευθέως από αυτή. Στη διεύθυνσή τους βρίσκουμε πλέον ονόματα δραστήριων κομμουνιστών δημοσιογράφων και διανοουμένων, τα περισσότερα από τα οποία απουσιάζουν εντελώς από τις σελίδες του ποντιακού τύπου της προηγούμενης περιόδου. Όμως και η «γεωγραφία» του ποντιακού τύπου θα αλλάξει ριζικά, αφού πλέον την πρωτοκαθεδρία δεν έχουν οι πόλεις της παραλιακής ζώνης με τις υψηλές συγκεντρώσεις Ποντίων αστών, όσο κάποιες άλλες εστίες του Ελληνισμού της τ. Ε.Σ.Σ.Δ., όπως το Ροστόβ ή το Κράσνονταρ, κατοικούμενες κυρίως από συμπαγείς προλεταριακούς (αγροτικούς για την ακρίβεια) ποντιακούς πληθυσμούς.

Ο Τύπος των Ποντίων στον Πόντο, τον Καύκασο και την Ελλάδα (Μέρος Β΄: Τσαρική Ρωσία)


του Δημήτρη Πιπερίδη
(αναδημοσίευση από τον τρίτο τόμο του ειδικού αφιερώματος 
του National Geographic για τον Πόντο)


Την ίδια περίπου περίοδο με την έκδοση των πρώτων ελληνικών εφημερίδων στα αστικά κέντρα του Πόντου έχουμε και τις πρώτες ελληνικές εφημερίδες που εκδίδονται στις ελληνικές παροικίες της Μαύρης Θάλασσας. Οι περισσότεροι ερευνητές της ιστορίας του ποντιακού τύπου στέκονται ιδιαίτερα στις ελληνικές εφημερίδες που εκδίδονται στην Οδησσό μετά το 1900 («Κόσμος» και «Νέος Κόσμος», «Φως» κλπ). Η ένταξη όμως των συγκεκριμένων εφημερίδων στο κεφάλαιο του «ποντιακού Τύπου» είναι αρκούντος προβληματική, αφού ούτε το αναγνωστικό τους κοινό, ούτε η εν γένει θεματολογία τους ταυτίζεται πάντα με την έννοια του «Ποντιακού Ελληνισμού». Αντιθέτως πολύ πιο κοντά σε αυτό που θεωρούμε «ποντιακός τύπος» βρίσκονται οι ελληνικές εφημερίδες που αρχίζουν να εκδίδονται την εποχή αυτή στον Καύκασο με επίκεντρο το Βατούμ. Η σημαντικότερη από αυτές είναι αναμφίβολα ο «Αργοναύτης», που εκδίδει στην πόλη του Βατούμ ο Σταύρος Γαληνός. Όπως και ο τραπεζουντιακός «Φάρος της Ανατολής», έτσι και ο «Αργοναύτης», εκδίδεται από επαγγελματία επιχειρηματία του τυπογραφικού και εκδοτικού χώρου και κινείται με προδιαγραφές σαφώς περισσότερο «επαγγελματικές» σε σχέση με τα υπόλοιπα έντυπα της περιόδου αυτής. Έτσι ο «Αργοναύτης» φτάνει στην ακμή του να είναι οκτασέλιδος (το μοναδικό ίσως έντυπο προ του 1922 που κατορθώνει να φτάσει σε αυτό το μέγεθος) και στηρίζεται σε ένα ευρύ δίκτυο αντιπροσώπων και ανταποκριτών τόσο στον Καύκασο, όσο και στον κυρίως Πόντο. Η άλλη ιστορική εφημερίδα που εκδίδεται την ίδια περίπου περίοδο στην προεπαναστατική (στην επαναστατημένη για την ακρίβεια) Ρωσία, είναι ο «Ελεύθερος Πόντος» που εκδίδει, πάλι στο Βατούμ, ο γιατρός Θεοφύλακτος Θεοφυλάκτου. Το χαρακτηριστικό στοιχείο που διακρίνει αυτή την εφημερίδα από τις υπόλοιπες είναι ότι πρόκειται για το μοναδικό ποντιακό έντυπο ολόκληρης αυτής της περιόδου που δηλώνει ότι εκφράζει όχι ένα πρόσωπο ή μια εμπορική εκδοτική επιχείρηση, αλλά μια οργανωμένη συλλογικότητα, και εν προκειμένου το «Εθνικό Συμβούλιο των Ελλήνων του Πόντου», που έχει συσταθεί την περίοδο αυτή στον Καύκασο για να προπαγανδίσει την ιδέα της δημιουργίας ανεξάρτητης Δημοκρατίας του Πόντου. Από ένα σημείο και πέρα μάλιστα, αυτή η στράτευση αναγράφεται ρητά και στην ίδια την εφημερίδα.

Εκείνο που είναι χαρακτηριστικό για τον ερευνητή της ιστορίας του Ποντιακού τύπου, και έχει να κάνει με τα ποντιακά έντυπα της τελευταίας περιόδου πριν τη Συνθήκη της Λωζάνης, είναι ότι σε αντίθεση με τις εφημερίδες της Τραπεζούντας, από τις οποίες δυστυχώς δεν έχουν σωθεί φύλλα της ίδιας περιόδου, «Αργοναύτης» και «Ελεύθερος Πόντος», όχι μόνο εκδίδονται την ίδια περίπου περίοδο, αλλά έχουν σωθεί και όλα τα φύλλα τους, με αποτέλεσμα να μπορούμε να έχουμε μια πληρέστατη εικόνα τόσο για τις ίδιες τις εφημερίδες, όσο και για το γενικότερο κλίμα της ιστορικής περιόδου μέσα την οποία εκδίδονται (αντιθέτως τα σωζόμενα φύλλα του «Φάρου της Ανατολής» και της «Εποχής» ανάγονται σε διαφορετικές περιόδους, με αποτέλεσμα μόνον «εξ αντανακλάσεως» να μπορούμε να εικάσουμε τη διαφορετική στάση τους απέναντι στις σημαντικές ιστορικές εξελίξεις της εποχής).

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Ο Τύπος των Ποντίων στον Πόντο, τον Καύκασο και την Ελλάδα (Μέρος Α΄: Πόντος)


του Δημήτρη Πιπερίδη
(αναδημοσίευση από τον τρίτο τόμο του ειδικού αφιερώματος 
του National Geographic για τον Πόντο)

Ο όρος «ποντιακός Τύπος» χρησιμοποιείται συνήθως στη σχετική βιβλιογραφία για να περιγράψει ένα εξαιρετικά ευρύ φάσμα εντύπων, που έχουν ως μοναδικό κοινό τους γνώρισμα το γεγονός ότι εκδόθηκαν από τους Έλληνες του Πόντου ή απευθύνθηκαν σε αυτούς σε κάποια φάση της ιστορικής τους διαδρομής. Πρόκειται για επιλογή δεοντολογικά αμφιλεγόμενη. Κι αυτό γιατί παραγνωρίζει το γεγονός ότι είναι διαφορετικό πράγμα τα φιλολογικά περιοδικά που εξέδιδαν οι Έλληνες της Τραπεζούντας στα τέλη του 19ου αιώνα, άλλο πράγμα οι επαγγελματικές εφημερίδες που τα διαδέχθηκαν και που αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση «μειονοτικού» Τύπου, άλλο οι ιδεολογικά στρατευμένες εφημερίδες των Ελλήνων της τ. Ε.Σ.Σ.Δ., και άλλο, φυσικά, τα σημερινά έντυπα των Ποντίων της Ελλάδας, που πληρούν όλα τα στοιχεία αυτού που ονομάζουμε «εθνοτοπικός» Τύπος.
Οι απαρχές του «ποντιακού Τύπου» τοποθετούνται στο β’ μισό του 19ου αιώνα και συμπίπτουν -καθόλου τυχαία- με δύο σημαντικές εξελίξεις που σημειώνονται την περίοδο αυτή μεταξύ των Ελλήνων του Πόντου: η πρώτη είναι η σταδιακή μετεξέλιξη του εκπαιδευτικού οικοδομήματος που έστησαν οι Έλληνες της περιοχής από ιδεολογικά αυτοτροφοδοτούμενο εκπαιδευτικό μηχανισμό σε μηχανισμό εισαγωγής και διάδοσης της εθνικής ιδεολογίας που παράγεται την εποχή αυτή στο εθνικό κέντρο και εξάγεται ταχύτατα στις διάφορες μητροπόλεις του αλύτρωτου Ελληνισμού. Η δεύτερη και σημαντικότερη εξέλιξη είναι η εξαιρετικά ταχεία -σχεδόν «αυτόματη»- εμφάνιση μιας εγχώριας ελληνικής αστικής τάξης με δικά της παραγωγικά χαρακτηριστικά. Ενθαρρυμένη από την οικονομική ισχύ που της εξασφαλίζει η ενασχόλησή της με διαμεσολαβητικές κυρίως δραστηριότητες, η αστική τάξη των Ελλήνων του Πόντου επιχειρεί από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής της στην ιστορία να αποκτήσει όλα όσα διαθέτουν την ίδια περίοδο οι Έλληνες αστοί των υπολοίπων μητροπόλεων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας: δικές τους επιχειρηματικές δομές (ντόπιες Ελληνικές τράπεζες και ασφαλιστικές επιχειρήσεις), δικές τους δομές κοινωνικής δικτύωσης (π.χ. εμπορικές λέσχες) και δικό τους Τύπο. Έτσι δεν θα ήταν υπερβολή, αν σημειώναμε ότι ο Τύπος των Ελλήνων του Πόντου είναι κατά την φάση αυτή, της γένεσής του, Τύπος ιδεολογικά «εθνοκεντρικός», ενώ ταξικά εκφράζει πρωτίστως τις (ιδεολογικές, κοινωνικές, ακόμη και επιχειρηματικές) ανάγκες των ανερχόμενων Ελλήνων αστών του Ευξείνου Πόντου, από τους οποίους άλλωστε αντλεί τη χρηματοδότησή του.

Λίγες σκέψεις περί ακροάσεως της ποντιακής μουσικής (στο Γωγοπούλ’…)


του Κωνσταντίνου Σ. Τσαχουρίδη
Δρ.Εθνομουσικολογίας

«Ξέρετε πόσο καλύτερη μουσική θα έγραφα αν ήξερα ότι το ακροατήριο μου αποτελείται από ανθρώπους σαν τον Μότσαρτ;…» Αναλαμβάνοντας το κίνδυνο δημιουργίας πολλών ασαφών σκέψεων, ξεκινάω με τούτη την ρητορική ερώτηση που άκουσα από τον διάσημο συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής του Hollywood, Jerry Goldsmith (1929-2004), όταν διηύθυνε τη συμφωνική του Λονδίνου (2003). Συμμερίζομαι με σθένος πως η ακρόαση είναι «χάρισμα» και όπως συμβαίνει με όλα τα χαρίσματα, μας προσφέρεται σε διάφορους βαθμούς (Copland, 1980:22). Η φύση αυτού του χαρίσματος καθιστά αδύνατη την όποια μέτρησή του ενώ δεν υπάρχει κανένας υλικός λόγος για τον οποίο θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε διαγωνισμό καλύτερης ακρόασης μιας και η υποκειμενικότητα δεσπόζει σε όλο το φάσμα αυτής της τόσο όμορφης και ανθρώπινης διαδικασίας (...)

Ένα τέτοιο μοναδικό παράδειγμα ακρόασης είναι και ο Κωστάκης Πετρίδης. Και για να μην υπάρξουν εσφαλμένες εντυπώσεις και η γνωστή ερώτηση: μα δεν παίζει ο Κωστάκης ατόφια «παράδοση»; Η ακαδημαϊκή απάντηση είναι ότι «όχι» δεν παίζει μιας και δεν υπάρχει εξ’ ορισμού «ατόφια» παράδοση. Αλλά ας υποθέσουμε ότι απαντούμε «ναι» στο παραπάνω ερώτημα, με την ευρεία έννοια του όρου. Τότε αξίζει να αναφέρουμε δύο σημαντικά τεχνικά στοιχεία που μας χαρίζουν οι ηχογραφήσεις του Κωστάκη, ίσως άγνωστα στο ευρύ κοινό αλλά και στους παλαιότερους λυράρηδες.
Πρώτον και σημαντικότερον, το γεγονός ότι ο Κωστάκης υπήρξε, κατά τη προσωπική γνώμη του συγγραφέα, ο πρώτος «σωστός» μέχρι στιγμής λυράρης που συνόδευε με τόση δεξιοτεχνία τη σολιστική φωνή.

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Η ιστορία ενός ονόματος: Άμαστρις

της Ελένης Τ. Μεντεσίδου
Αρχαιολόγου

H σημερινή Άμαστρις (Amasra)


Το πρώτο που έρχεται στο νου, στο άκουσμα του ονόματος Άμαστρις, είναι η ομώνυμη πόλις που βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της νοτίου ακτής του Ευξείνου Πόντου. Λιγότερο γνωστό είναι το γεγονός πως η πόλις αυτή ιδρύθηκε από την Άμαστρι, περσίδα πριγκίπισσα και σύζυγο του τυράννου της Ηράκλειας Ποντικής, Διονυσίου.

Η Άμαστρις είχε αριστοκρατική καταγωγή καθώς ήταν κόρη του Οξυάτρη, αδερφού του βασιλιά Δαρείου. Οι πληροφορίες για τη ζωή της πριγκίπισσας είναι λίγες και αφορούν κυρίως τους γάμους που έκανε με ισχυρούς άνδρες της εποχής στα πλαίσια των πολιτικών συμμαχιών. Κατά τη διάρκεια της ταραχώδους περιόδου που διαδέχθηκε το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η τέλεση γάμων μεταξύ μελών βασιλικών οικογενειών ήταν σύνηθες φαινόμενο και αποτελούσε μέρος της πολιτικής διπλωματίας. Οι γόνοι αριστοκρατικών οικογενειών συχνά ‘θυσιάζονταν’ στο βωμό της πολιτικής επιτυχίας των γονέων ή των συζύγων τους και οδηγούνταν στην σύναψη λευκών γάμων. Η ζωή της Αμάστριδος είναι γεμάτη από τέτοιους γάμους.

Ως ανιψιά του Δαρείου η Άμαστρις μεγάλωσε μαζί με τη συνομήλική της πριγκίπισσα Στάτειρα. Στη συνέχεια τη συναντούμε να συνοδεύει τη βασιλική οικογένεια κατά την εκστρατεία του Δαρείου εναντίον του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μετά τη σημαντική μάχη και τη νίκη του Αλεξάνδρου στην Ισσό, οι γυναίκες της αυλής, που κατά την εθιμοτυπία συνόδευαν το βασιλιά, αιχμαλωτίστηκαν από τις δυνάμεις των μακεδόνων. Μεταξύ των γυναικών βρίσκονταν η μητέρα του Δαρείου, η γυναίκα του, η αδελφή του, οι δυο του κόρες και πιθανότατα η ανιψιά του Άμαστρις.

Στον Κώστα Πετρίδη...

του Κωνσταντίνου Φωτιάδη
Καθηγητή Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού
στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας
Προέδρου του Κέντρου Ποντιακών Μελετών

«Ρίζα μ’ Γωγοπούλ’, εσέν ’κ’ έπρεπαν σάβανα…»
Το πένθος δεν μπορεί να περιγραφεί: απορρέει από εικόνες και σκόρπιες αναμνήσεις που με κατακλύζουν και συνθέτουν ξεχωριστές εμπειρίες από το πέρασμα του Κωστάκη Πετρίδη στην προσωπική μου ιστορία. Είναι στιγμές που οι εφήμερες υπάρξεις μας τέμνονται με τρόπο καταλυτικό και συνιστούν συνάντηση με την μικρή ιστορική μας διαδρομή στον αείρροο χρόνο. Πολλές φορές σκέφτομαι πως αν πράγματι είμαστε φτιαγμένοι από αστρική σκόνη τότε η περίπτωση του καλλιτέχνη Κωστάκη Πετρίδη είναι γεμάτη από μια λάμψη που καταυγάζει όλο το τοπίο γύρω μας.: τους φίλους του που άκουγαν την θεϊκή του λύρα που τραγουδούσε τους καημούς των προσφύγων. Τον ξεχωριστό μας λυράρη τον Γώγο Πετρίδη, που τον γέννησε και τον καμάρωνε για την τέχνη του. O πατέρας του ήταν ο άνθρωπος που μας λύτρωσε με το παίξιμό του, μας ταξίδεψε στις αλησμόνητες πατρίδες μας και μας δημιούργησε την αίσθηση ότι, όσο η κληρονομιά μας στον πολιτισμό είναι ζωντανή, τίποτα δεν έχει χαθεί, αφού οι πρόγονοι ζουν και υπάρχουν μέσα μας. Τον επίσης ξεχωριστό παππού του Σταύρη που καταγόταν από το Φαντάκ’ του Πόντου ο οποίος είναι για όλους μας ένας γενάρχης, ένας εκφραστής της παράδοσης και της ιστορίας μας, ένας άνθρωπος που μετουσίωσε πρώτος αυτός τον πόνο της ράτσας μας σε τραγούδι και χορό. Ήταν ο παππούς που τον καμάρωνε από ψηλά, γιατί συνέχιζε την τέχνη του. Τα άλλα αδέλφια του, τον Σταύρη και τον Σάββα, που αναλώνονται επίσης τραγουδώντας τους καημούς του κόσμου με τον κεμεντζέ και λογίζονται ομότεχνοί του.

Όσον αφορά τώρα τη συνάντησή μας στο Βερολίνο και την συμβίωση μας, για ένα επταήμερο στο φιλόξενο σπίτι του φίλου μας γιατρού Κώστα Σαββίδη, νιώθω την ανάγκη να μιλήσω με περίσσια συγκίνηση. Στην ουσία ήταν η πρώτη φορά που τον γνώριζα από τόσο κοντά, που με άφησε να αγγίξω τις ευαισθησίες του και να ακουμπήσω τον πόνο της ψυχής του. Η οικογένεια ολόκληρη, αυτή που χάρισε στον Πόντο με τη μουσική, το τραγούδι και τον χορό της στιγμές απέραντης αγαλλίασης είχε την πιο τραγική μοίρα. Ο πατέρας έφυγε στην πιο ώριμη και δημιουργική καλλιτεχνική του περίοδο. Η μητέρα πέθανε απομονωμένη, κλεισμένη σε έναν νοσηρό κόσμο. Ο ένας αδελφός έφυγε στην Αμερική και δεν κατάφερε ούτε καν να συνοδεύσει στον άλλο κόσμο την σωρό της μητέρας και του αδερφού του. Και ο μικρότερος βίωσε χρόνια τώρα αυτή την αντίφαση ανάμεσα στο μεγαλείο της ευφυΐας και στην αδυναμία της μελαγχολίας.. Ένα παιχνίδι του νου με ιδιαίτερη τραγική κατάληξη..

Κι όμως εκείνη την περίοδο του Βερολίνου νομίζω πως άγγιξα την ευαίσθητη ψυχή του Κωστάκη και θαρρώ πως και εγώ του άνοιξα τη δική μου. Όχι μόνο γιατί ο Κωστάκης μου χάρισε εκλεπτυσμένες γεμάτες συναισθήματα βραδιές μέσα από τους ήχους του που με ταξίδεψαν πέρα από τα όρια του κόσμου μας, αλλά κυρίως επειδή σκάβοντας στο παρελθόν ανακάλυπτα μέσα από τη μουσική του συγκινήσεις που με προσδιόρισαν και γινόμουν καλύτερος άνθρωπος. Ήταν νύχτες μαγικές σε απάτητους δρόμους όπου η αισθαντική ψυχή του καλλιτέχνη σμίγει και συναντά τις ευαίσθητες χορδές της δικιάς μας ύπαρξης. Τόσο εγώ όσο και ο γιατρός Κώστας Σαββίδης, θα θυμόμαστε με μια συγκινημένη γαλήνη το φως που άναψαν οι διαδρομές της λύρας του στις ψυχές μας.

Η τελευταία φορά που απόλαυσα το παίξιμό του και βυθίστηκα στο αστρικό σύμπαν του ήταν στο πολυκέντρο «Χωριό της Ειρήνης» του Βασίλη Καρά όπου η παρέα μας αποτελούμενη από τον ολυμπιονίκη Γιώργο Ποζίδη, που του συμπαραστάθηκε όσο κανένας άλλος τα τελευταία χρόνια σε δύσκολες στιγμές, λίγους «Γωγόπληκτους» και κυρίως «Γωγοπουλιόπληκτους» και τον τραγουδιστή Γιάννη Κουρτίδη, κατάφερε να ακινητοποιήσει τον χρόνο και να μας βυθίσει στην ακρόαση στιγμών που θύμιζαν όσο τίποτα άλλο εκείνες ανάμεσα στον Γώγο, τον πατριάρχη της λύρας και τον Χρύσανθο, το αηδόνι του Πόντου. Μόνο που τότε δεν ήξερα πως ήταν η τελευταία φορά που γέμιζα την ψυχή μου με αυτή τη θεϊκή μουσική πανδαισία που ξεχυνόταν από τα μύχια βάθη της ταραγμένης εφήμερης ύπαρξής του..

Ωστόσο, υποψιασμένος αρκετά, έσκυβα με αγάπη σε ειδήσεις που τον αφορούσαν. Μάθαινα πως ήταν μόνος, κλεισμένος στον εαυτό του, πως πάλευε με τους δαίμονες μέσα του κουβαλώντας ένα ευάλωτο ψυχικό φορτίο και περιφέροντας την εφήμερη ύπαρξή του στο «σπίτι με τα κατεβασμένα ρολά», όπως πολύ προφητικά πρόβλεψε, ο φίλος Δημήτρης Πιπερίδης, στο πολύ αξιόλογο περιοδικό του Άμαστρις. Ήταν λίγο πριν από το τέλος που αρνιόταν να χαρίσει στους άλλους τη μουσική του, το θείο αυτό δώρο. Και έσβησε όπως τα άστρα  την αυγή νέος ακόμα περισσότερο από ποτέ προικισμένος και έγινε ένα με την αστρική σκόνη από την οποία ήταν πλασμένος.

Καλό κατευόδιο Κωστάκη..


Τα κλαρίνα, οι μελωδίες, οι χοροί και οι Καρσλήδες

του Κυριάκου Μωυσίδη
Χοροδιδάσκαλου

Μπορεί άραγε ένα μουσικό όργανο να επηρεάσει την χορευτική παράδοση ενός τόπου και να τη συνδιαμορφώσει; Και αν ναι, σε τι βαθμό; Πιο συγκεκριμένα πόσο καταλυτικός υπήρξε ο ρόλος του κλαρίνου στη διαμόρφωση του χορευτικού ρεπερτορίου στην περιοχή του Καρς, τον πλουραλισμό που το διακρίνει και το ύφος του; Έχοντας υπ’ όψιν  μας τη δημοφιλία του εν λόγω οργάνου στην περιοχή θα μπορούσαμε να παρασυρθούμε σε εύκολες καταφατικές απαντήσεις, είναι όμως έτσι;
Πώς όμως έφτασαν στη στρατιωτική μπάντα των Ρώσων; Μήπως ήταν ήδη μουσικοί; Ποιο μουσικό όργανο έπαιζαν; Τα παραδοσιακά πνευστά όργανα του Πόντου είναι ο ζουρνάς, το τουλούμ’ και το καβάλ’. Υπήρχε άραγε στην περιοχή του Καρς και κάποιο επιπλέον πνευστό, πιο κοντά στο κλαρίνο, ένα απλοποιημένο κλαρίνο ας πούμε; Δεν είναι εξακριβωμένο, όχι όμως και απίθανο! Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη. Γιατί δεν είχαν ανάλογη πορεία οι λυριτζήδες με την υιοθέτηση του βιολιού, όπως ήδη είχε συμβεί ως ένα βαθμό σε αρκετές περιοχές του Πόντου;
(...) Το κλαρίνο έχει χρωματίσει μοναδικά τη μουσική παράδοση των Ελλήνων του Καρς και έχει επηρεάσει και τους χορούς τους. Σήμερα συνεχίζει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής της παράδοσης και εν πολλοίς έχει περάσει και σε άλλες ομάδες Ποντίων ακόμα και σ’ αυτούς που παλιότερα δεν είχαν τέτοια ακούσματα. Οι γνώσεις μας για τη διάδοσή του και τη συμβολή του όμως στην παράδοση μας είναι μικρές. Χαίρομαι που νεώτεροι μουσικοί που ασχολούνται με το κλαρίνο όντας μέλη οικογενειών με παράδοση σ’ αυτό, όπως ο Γιώργος Ιακωβίδης και ο Μιχάλης Σιώπης,  ασχολήθηκαν στα πλαίσια των σπουδών τους με αυτό το θέμα. Ελπίζω αυτό το άρθρο να παρακινήσει και άλλους να ασχοληθούν και να βρουν απαντήσεις στα αρκετά αναπάντητα ερωτήματα που θέτω εδώ και να προχωρήσουν την έρευνα παραπέρα.

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Είδα το δολοφόνο…

από την Hurriyet



Πλησιάζοντας στη διασταύρωση του δρόμου προς την εκκλησία, άρχισα να μπαίνω στο νόημα. Το περιβάλλον θύμιζε μίζερο ντεκόρ ζοφερής ταινίας, διακοσμημένο με τα συνθήματα μιας ακραίας ομάδας νεαρών εθνικιστών, που έχουν μεταστραφεί στο ισλάμ.
Από πού ήρθαν και πως βρέθηκαν εκεί; Γιατί επέλεξαν τα σοκάκια γύρω από την εκκλησία;
Όταν φτάσαμε μπροστά στην εκκλησία, ο φίλος που με ξεναγούσε στους δρόμους της Τραπεζούντας,  μου έδειξε αυτούς τους νεαρούς και μου είπε:
- «Είναι πάντα εδώ. Ξημεροβραδιάζονται στο καφενείο της γωνίας και χασομερούν παίζοντας τάβλι. Πιστεύουν ότι στην περιοχή δραστηριοποιείται μια οργάνωση, η οποία θέλει να αναβιώσει τη Δημοκρατία του Πόντου». Για να προσθέσει αμέσως μετά:

Τα «αποπαίδια» της Ανταλλαγής…




Το θέμα για το οποίο θέλω να μιλήσω σήμερα,  αποτελεί μια από τις λιγότερο γνωστές και συνάμα τις πιο τραγικές πτυχές του ανήθικου ανθρωποπάζαρου, που οι ιστορικοί ονόμασαν «ανταλλαγή πληθυσμών». Πρόκειται για την τύχη των ορφανών της προσφυγιάς και μάλιστα όχι τόσο αυτών που περισυλλέγησαν από διεθνείς (κυρίως αμερικάνικες) ανθρωπιστικές οργανώσεις, όσο εκείνων που ήρθαν στην Ελλάδα ακολουθώντας κάποια συγγενική ή  φιλική οικογένεια…
Ήρθα για πρώτη φορά αντιμέτωπος με το θέμα πριν από λίγα χρόνια, όταν κατέγραφα την ιστορία μιας προσφυγικής οικογένειας που ήρθε από τα περίχωρα της Σαμψούντας κι εγκαταστάθηκε σε ένα χωριό της Καβάλας. Μου είχε κάνει τότε εντύπωση ο πολύ μεγάλος αριθμός ορφανών παιδιών (πέντε ή έξι, αν θυμάμαι καλά) που είχε η οικογένεια «υπό την προστασία της». Αργότερα κατάλαβα…
Όπως είναι γνωστό, η αποκατάσταση των προσφύγων έγινε υπό την εποπτεία ενός διεθνούς ελεγκτικού μηχανισμού. Ίσως μάλιστα για αυτό και να είχε σχετικά επιτυχή αποτελέσματα. Φαντάζεστε το σημερινό κλεπτοκρατικό ελληνικό κράτος να λάμβανε από κάπου το ποσό που απαιτείται για τη στέγαση 3.000.000 προσφύγων; Τα τσακάλια του Κολωνακίου θα το είχαν ξεκοκαλίσει πριν καλά-καλά έρθουν τα χρήματα στην Ελλάδα. Τότε όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Οι ξένοι δανειστές έδωσαν τα χρήματα στην Ελλάδα υπό την προϋπόθεση ότι την εποπτεία της διαχείρισής τους θα είχε επιτροπή υψηλόβαθμων γραφειοκρατών, που θα όριζε η Κοινωνία των Εθνών. Όπερ και εγένετο.
Κάθε πρόσφυγας λοιπόν που χαρακτηρίστηκε ως αγρότης, έλαβε σε σχετικά σύντομο διάστημα τα βασικά που χρειαζόταν για να ξαναστήσει τη ζωή του στη νέα πατρίδα: ένα σπιτάκι, μερικά ζώα κι έναν αριθμό στρεμμάτων, ο οποίος προσαυξανόταν, ανάλογα με το είδος της καλλιέργειας στην οποία επρόκειτο να επιδοθεί το χωριό του (π.χ. οι καπνοπαραγωγικοί κλήροι, ως οι πλέον προσοδοφόροι, ήταν σαφώς μικρότεροι από τους σιτοπαραγωγικούς), αλλά και ανάλογα με τον αριθμό των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, π.χ. 17 στρέμματα συν 3 στρέμματα για κάθε ανήλικο τέκνο της οικογένειας. Το κακό όμως ήταν ότι αυτά τα επιπλέον στρέμματα, τα προορισμένα για την μελλοντική αποκατάσταση των ανήλικων μελών της οικογένειας, δεν αποδόθηκαν εξ αρχής στα ίδια τα παιδιά, αλλά γράφτηκαν στο όνομα του αρχηγού της προσφυγικής οικογένειας. Με άλλα λόγια κάποιοι αρχηγοί προσφυγικών οικογενειών έλαβαν επιπλέον χωράφια με την «ηθική» (όχι όμως και νομική) υποχρέωση να τα μεταβιβάσουν αργότερα στους πραγματικούς δικαιούχους. Και όταν οι δικαιούχοι αυτοί ήταν τα ίδια τα παιδιά τους, κανένα πρόβλημα. Τι γινόταν όμως όταν οι μελλοντικοί αυτοί δικαιούχοι δεν ήταν τα βιολογικά τέκνα των προσφύγων, αλλά τα ξένα παιδιά, συνήθως συγγενικών οικογενειών,  που περισυνέλεξαν και έφεραν μαζί τους;

Προλαβαίνουμε ή σε λίγο θα είναι όντως πια αργά;

του Θεόφιλου Κωτσίδη
υπεύθυνου της ιστοσελίδας e-pontos.gr
μέλους του Δ.Σ. της Π.Ο.Ε.


Η παράδοση πεθαίνει, η παράδοση σβήνει, υπάρχουν λυράρηδες που παίζουν απλά λύρα χωρίς Ποντιακά, η Ποντιακή διάλεκτος χάνεται, δεν χρησιμοποιείται παρά μόνο σε μερικά χωριά, οι χοροί αυξομειώνονται μέρα με τη μέρα, η Ιστορία μας αλλάζει και ξαναγράφεται ανάλογα με τους ιστορικούς και τις δικές τους ερμηνείες, η λαογραφική μας παράδοση τείνει να εξαφανιστεί τελείως, η Ποντιακή γαστρονομία, τα ήθη και έθιμα και πολλά άλλα...

Τα θέλουμε όλα αυτά ή απλά τα διατηρούμε προς χάρη μιας ανάμνησης και τυφλής προσμονής για την επιστροφή μας στην ιστορική μας πατρίδα;

Αφορμή για τους παραπάνω προβληματισμούς υπήρξε ο θάνατος του μεγαλύτερου ίσως εν ζωή μέχρι χθες λυράρη μετά τον «Πατριάρχη» της λύρας, Γώγο Πετρίδη, του γιού του Κώστα Πετρίδη.

Πολλές φορές ακούμε για έρευνες, για καταγραφές, για αρχειακό υλικό, έγγραφα, μουσικό και οπτικό υλικό το οποίο παραμένει όμως ερμητικά κλειστό σε συρτάρια, κούτες και διάφορους άλλους αποθηκευτικούς χώρους! Σαν να ετοιμάζεται από καιρό για να ταξιδέψει για κάπου αλλού...

Ένα σημαντικό κομμάτι της Ιστορίας μας παραμένει ίσως εκεί… Όχι για πολύ όμως…

Η καταγραφή της Παράδοσης: Τί είναι παραδοσιακό και τι νεότερο; Τί καταγράφουμε τελικά;

της Μυροφόρας Ευσταθιάδου
Εθνολόγου - Μεταπτυχιακής φοιτήτριας Λαογραφίας


Η αγάπη για την Ποντιακή Παράδοση, οδηγεί πολλούς μελετητές σε έρευνες και καταγραφές. Ονομάζονται «λαογράφοι» ή «ερευνητές» και εκφράζουν την άποψή τους για πολλά λαογραφικά και ιστορικά ζητήματα. Καμία καταγραφή δεν είναι κατακριτέα. Είναι, όμως, η ευκολία με την οποία εξάγονται άκριτα κάποια συμπεράσματα (...)

Μια μεγάλη συμβολή στην Ποντιακή Λαογραφία θα ήταν οι «μονογραφίες» μικρών κοινοτήτων. Ο κάθε ερευνητής θα συνέβαλε τα μέγιστα αν κατέγραφε κάθε έθιμο στο χωριό του, τη μουσική και χορευτική παράδοση που έχει επιβιώσει, υλικό από παλιές φωτογραφίες και πλήρη καταγραφή γενεαλογικών δέντρων. Παράδειγμα προς μίμηση είναι τα βιβλία του Σάββα Παπαδόπουλου για το Μαυρόβατο Δράμας και το Καρακούρτ του Καρς (από όπου ήρθαν στο Μαυρόβατο). Υπάρχει σ΄αυτά πλήρης καταγραφή των τραγουδιών, παροιμιών, αινιγμάτων, εθίμων, νανουρισμάτων, χορών κτλ. με ταυτόχρονη παράθεση σχετικών χαρτών, φωτογραφιών και σκίτσων από αντικείμενα της παραδοσιακής ζωής. Αν κατά καιρούς οι ερευνητές παρέθεταν και μονογραφίες από τον τόπο τους, θα είχαν επιβιώσει πολλαπλάσια στοιχεία της Παράδοσής μας. Δεν είναι τυχαίο που τη μέθοδο αυτή ακολούθησε και ο Γεώργιος Κανδηλάπτης για την Αργυρούπολη, ο Στάθης Αθανασιάδης για τη Σάντα, ο Γεώργιος Ζερζελίδης για την Άνω Ματσούκα και τη Ζάβερα, ο Δημήτριος Παπαδόπουλος για το Σταυρίν, ο Ελευθέριος Ελευθεριάδης για τη Λαραχανή. Υποθέτω πως είχαν πλήρη συνείδηση της συμβολής τους, καθώς υπήρχε από τότε η ανησυχία της απώλειας της παράδοσης αλλά και της μνήμης της «πατρίδας», γενικότερα.
Η επαφή με το σημερινό Πόντο δίνει το έναυσμα για εκτενείς καταγραφές μιας Παράδοσης που παρέμεινε στον τόπο της. Δεν είναι όλα τόσο «φολκλόρ» όσο φαίνονται ή όσο θέλουν να μας τα παρουσιάζουν. Ιδιαίτερα ο ορεινός Πόντος είναι μια αστείρευτη πηγή για κάθε ενδιαφερόμενο μελετητή. Ειδικές καταγραφές στον Πόντο πραγματοποίησε από τη δεκαετία του ΄80 ο Στάθης Ευσταθιάδης. Κατέγραψε ανθρώπους συνομήλικους με την πρώτη γενιά προσφύγων στην Ελλάδα, γυναίκες να μοιρολογούν αγαπημένα τους πρόσωπα, παιδιά να μοιρολογούν την αγελάδα τους που έπεσε στο γκρεμό. Στον Πόντο υπάρχει το πλεονέκτημα, σε σχέση με τον ελλαδικό χώρο, να υπάρχει ακόμη σε μεγάλη έκταση κτηνοτροφική ζωή και συνθήκες προβιομηχανικής κοινωνίας. Συνεπώς, η «παράδοση» υφίσταται ακόμη στην καθημερινότητα της ζωής ως χρηστική και όχι ως αναπαράσταση.

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Η έριδα μεταξύ της κοινότητας Τραπεζούντας και της Μονής της Παναγίας Σουμελά για την τύχη της βιβλιοθήκης του Γεωργίου Υπομενά

του Θεοδόσιου Κυριακίδη,
Θεολόγου - Ιστορικού

Ο Γεώργιος Υπομενάς ήταν ένας από τους σπουδαίους και φημισμένους λόγιους έλληνες του Πόντου. Σπούδασε στην πόλη της καταγωγής του την Τραπεζούντα και αργότερα στο Βουκουρέστι και στην Πάδοβα φιλοσοφία και ιατρική και αναγορεύτηκε διδάκτορας το 1709. Έζησε μεταξύ Βουκουρεστίου-Βιέννης και Βενετίας διαχειριζόμενος τις υποθέσεις του προστάτη του Κωνσταντίνου Βασσαράβα. Πέθανε το 1745 και κληροδότησε τη πλούσια βιβλιοθήκη του στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας.

Ο Κωνσταντίνος Σάθας στη Νεοελληνική Φιλολογία αφού αναφέρεται στο διδάσκαλο Γεώργιο Υπομενά στο τέλος σε μια υποσημείωση παραπέμπει τον αναγνώστη να πληροφορηθεί «περί της αθλίας τύχης της πολυτίμου ταύτης βιβλιοθήκης» στο έργο του Περικλή Τριανταφυλλίδη τα Ποντικά.

Τι λέει λοιπόν για το ζήτημα της βιβλιοθήκης του Γεωργίου Υπομενά ο Περικλής Τριανταφυλλίδης που ήταν και ένας από τους πρωταγωνιστές που ανακίνησαν το ζήτημα; Ο Τριανταφυλλίδης αναφέρει ότι η πλούσια βιβλιοθήκη του που αποτελούνταν από ελληνικά και λατινικά συγγράμματα κληροδοτήθηκε στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας με την εξής αφιερωματική σημείωση: «Αφιέρωμα τω εν Τραπεζούντι Φροντιστηρίω υπό Γεωργίου Υπομενά Τραπεζουντίου, αζμε΄». Τα βιβλία του Υπομενά, όμως, εκατό χρόνια σχεδόν μετά το θάνατο του δωρητή τους, βρέθηκαν στη μονή της Παναγίας Σουμελά.

Πως έφτασαν από τη Βλαχία όπου διέμενε ο Υπομενάς και γιατί βρέθηκαν στη μονή της Παναγίας Σουμελά και όχι στο Φροντιστήριο της πόλης όπως ήταν η επιθυμία του κληροδότη;