ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Πως μπορώ να λαμβάνω το Άμαστρις;

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Γράμμα σε ένα παιδί που γεννήθηκε χθες…



Τσικαρόπο μ’…
Σε λέω έτσι, γιατί έτσι μ’ έλεγε κι εμένα η μάνα μου κι έτσι την έλεγε κι αυτήν η δική της μάνα. Μην ψάξεις στα βιβλία σου να βρεις τι σημαίνει. Χαμένος κόπος… Είναι κι αυτή μια από τις «εξωτικές» εκείνες λέξεις, που θα ακούς να λέγονται στο σπίτι μας και καμιά δασκάλα δεν θα μπορεί να σου τις εξηγήσει.
Μεγαλώντας θα διαπιστώσεις ότι η οικογένεια μας είναι κάπως «διαφορετική» από εκείνες των συμμαθητών σου. Μιλάμε κάπως διαφορετικά, μαγειρεύουμε κάπως διαφορετικά, τραγουδάμε και χορεύουμε διαφορετικά. Ούτε για μία στιγμή στη ζωή σου δεν θέλω να αισθανθείς άβολα με αυτή σου τη διαφορετικότητα. Και κάθε φορά που κάποιος αστοιχείωτος θα επιχειρεί να την ειρωνευτεί, εσύ να σκέφτεσαι ότι μερικές γενιές δικών σου ανθρώπων έζησαν και πέθαναν με αυτήν ή ίσως και για αυτήν.
Είμαι βέβαιος ότι αργά ή γρήγορα θα αναγκαστείς να αναζητήσεις τις ρίζες αυτής της διαφορετικότητας. Ελπίζω μόνο να το κάνεις νωρίτερα απ’ ότι εγώ. Βλέπεις, εσύ θα έχεις πολύ λιγότερο χρόνο στη διάθεση σου. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί φοβάμαι ότι αυτή η ιδιαιτερότητα, την οποία και εμείς και πολλοί ακόμη άνθρωποι σε αυτή τη χώρα κουβαλάμε αβίαστα και χωρίς να την επιλέξουμε, μόνο και μόνο χάρη σε ένα περίεργο καπρίτσιο της ιστορίας που εσύ δεν είσαι ακόμη σε θέση να καταλάβεις, έχει μάλλον ημερομηνία λήξης. Δεν ξέρω πότε είναι αυτή. Ίσως σύντομα, ίσως στις μέρες σου. Ελπίζω μόνο, όταν έρθει, να μη σε τρομάξει, όπως προς το παρόν τρομάζει εμένα η απειλή της.
Μη νομίσεις ότι σου γράφω από δασκαλίστικη διάθεση ή όρεξη για πρόωρα μαθήματα πατριδογνωσίας. Άλλωστε έχουμε όλον τον καιρό μπροστά μας για να τα πούμε με την ησυχία μας. Αν σου μιλώ από τώρα για πράγματα που είναι βέβαιο ότι δεν μπορείς ακόμη να καταλάβεις, είναι γιατί θέλω να σε βοηθήσω να κατανοήσεις ευκολότερα το μικρόκοσμο στον οποίο σε υποδεχόμαστε. Νομίζω λοιπόν ότι όλη η ουσία αυτών που θέλω να σου πω, συνοψίζεται σε μία και μόνο φράση: «εμείς δεν είμαστε από ’δώ».
Τη στιγμή που θα σου ’λεγα αυτή τη φράση, την ονειρευόμουν πολύ πριν γεννηθείς. Ίσως γιατί εμένα δε μου την είπε ποτέ κανείς. Όπως και πολλοί ακόμη της γενιάς μου, έπρεπε να ανακαλύψουμε μόνοι μας τις ρίζες μας. Βλέπεις, οι δικοί μας γονείς -επηρεασμένοι και από τη βιασύνη των πατεράδων τους να ριζώσουν γερά στη νέα τους πατρίδα και να αφήσουν οριστικά πίσω τους την ανάμνηση της βαρβαρότητας που βίωσαν στην παλιά- είχαν θέσει κάποιες άλλες προτεραιότητες ως προς αυτά που ένιωθαν ότι έπρεπε να πουν στα παιδιά τους. Μας έλεγαν π.χ. να είμαστε καλοί άνθρωποι, να σπουδάσουμε, να βγάλουμε χρήματα, να ζήσουμε άνετα. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που σκέφτηκαν να μας μιλήσουν για το παρελθόν. Εσείς θα είστε η πρώτη γενιά της ράτσας μας, που δεν θα χρειαστεί να σηκώσει το χαλί της ιστορίας για να ανακαλύψει την ταυτότητά της.
Εφόσον όμως «δεν είμαστε από εδώ», έχεις κάθε δικαίωμα να αναρωτιέσαι από πού είμαστε. Μεγαλώντας θα ακούσεις τις λέξεις «Πόντος» και «Πόντιοι». Όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο, δεν τις συμπάθησα ποτέ. Ίσως γιατί κατάλαβα σχετικά γρήγορα ότι δεν βγήκαν από την ψυχή του λαού μας, αλλά από την αρχαιολατρία και την πολυμάθεια των γραμματιζούμενων. Οι μαυροφορεμένες γριές που πρόλαβα εγώ, αποκαλούσαν τον τόπο τους με ένα ξερό, αλλά τόσο τρυφερό, «η Πατρίδα». Δεν είναι ακόμα η ώρα να σου μιλήσω για αυτήν την πατρίδα, ούτε για τα παθήματα των ανθρώπων της. Θέλω μόνο να ξέρεις ότι αυτή η πατρίδα, η γενέτειρα των λίγων παραμυθιών που ξέρω να σου διηγηθώ, είναι ένας πανέμορφος τόπος, ένας τόπος ωραιότερος από όλους όσους πρόκειται να γνωρίσεις στη ζωή σου. Μη με ρωτήσεις αν είναι ωραιότερος και από τον τόπο που γεννηθήκαμε εσύ κι εγώ. Θα σου απαντήσω αβίαστα ναι.
Υποθέτω ότι το επόμενο που θα θέλεις να με ρωτήσεις, είναι ότι, εφόσον έχουν έτσι τα πράγματα, ποιόν τόπο θα πρέπει να θεωρούμε πατρίδα μας. Πολύ φοβάμαι ότι η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη. Θα προσπαθήσω να σου το εξηγήσω με μια απλή ιστορία. Στα πρώτα χρόνια της ζωής του λαού μας στην Ελλάδα, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1930, είχε αναπτυχθεί μέσα από τις σελίδες των πρώτων ποντιακών περιοδικών ένας πολύ ενδιαφέρων διάλογος ανάμεσα στην ποντιακή διανόηση της εποχής (για την ακρίβεια ανάμεσα στα απομεινάρια της, που κατόρθωσαν να ξεφύγουν τα ικριώματα της Αμάσειας). Η κεντρική ιδέα αυτού του διαλόγου ήταν «ποιοι είμαστε και που πάμε». Κάποιοι λοιπόν, ίσως οι πιο «προοδευτικοί», βιάστηκαν να πουν τότε ότι, εφόσον ήρθαμε στη Μακεδονία και ζούμε πλέον εδώ, χωρίς μάλιστα προοπτική επιστροφής, ίσως θα ήταν σκόπιμο να πάψουμε να αυτοαποκαλούμαστε «Πόντιοι» και να αρχίσουμε να αισθανόμαστε «Μακεδόνες». Και τότε ένας δάσκαλος, συμπατριώτης του παππού μου, έγραψε από ένα ορεινό χωριουδάκι της Μακεδονίας, όπου υπηρετούσε, μια συγκλονιστική επιστολή. Σου μεταφέρω έναν από τα επιχειρήματά του, εκείνο που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση, όπως ακριβώς το έγραψε και με την ελπίδα ότι, όταν θα διαβάσεις αυτές τις γραμμές, θα είσαι σε θέση να τις καταλάβεις. «Είνας κάτα», είπε λοιπόν ο γέρο δάσκαλος, «εγέννεσεν απές ’ς σο φουρνίν εμουν πέντε κατοπούλα-. Πως πρέπ’ να λέμε τα γιαβρία τ’ς, κατοπούλα-, γιόξαμ παξιμάδα-;»
Όπως κατάλαβες, σου γράφω επειδή επιμένω να σε βλέπω ως «κατοπούλ’» και όχι ως «παξιμάδ’». Εσύ θα επιλέξεις τι θέλεις να είσαι. Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σε συμβουλέψω να αγαπάς τον τόπο που γεννήθηκες, να παραβλέπεις την παρακμή του χάριν των καλύτερων ημερών που πρόκειται να ζήσεις σ’ αυτόν, να νοιάζεσαι και να παλεύεις για την προκοπή του. Ούτε για μια στιγμή όμως να μην περνά από το μυαλό σου ότι μπορείς να ξεχάσεις. Αν δεν ξέχασα εγώ, που πρόλαβα τον απόηχο των χρόνων της λήθης, αν δεν ξέχασε η μάνα μου, που έφαγε ξύλο από τη δασκάλα της στο σχολείο γιατί επέμενε να μιλάει «ποντιακά», τη μόνη γλώσσα που γνώριζε μέχρι τα έξι της χρόνια, πως μπορείς να ξεχάσεις εσύ;
Είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω να σου πω! Θέλω να σου μιλήσω για ανθρώπους που γνώρισα, για μουσικές που με νανούρισαν, για τόπους που είδα και για διηγήσεις που άκουσα. Οι παιδαγωγοί λένε ότι δεν πρέπει να λέμε στα παιδιά δυσάρεστες ιστορίες. Το σέβομαι. Όμως η δική μας η ράτσα δεν έχει και πολλές ευχάριστες ιστορίες να σου αφηγηθεί. Κι αυτές ακόμη τις λίγες που είχε, τις πήραν μαζί τους άνθρωποι με ροζιασμένα χέρια και βαθιές αυλακιές στο πρόσωπο. Άνθρωποι που εσύ δεν θα γνωρίσεις ποτέ.
Θα σου μιλήσω λοιπόν για ένα άλλο κοριτσάκι. Ένα κατάξανθο κοριτσάκι, που είχε τα ίδια ακριβώς με σένα δικαιώματα, αλλά χάρη σε μια πρόστυχη συνωμοσία της φύσης και της ιστορίας, δεν απόλαυσε σχεδόν κανένα από αυτά. Γεννήθηκε πριν από έναν περίπου αιώνα σε ένα τόπο πολύ μακριά από το σπίτι μας. Σωστά κατάλαβες, ο τόπος που γεννήθηκε είναι ο μακρινός τόπος που θέλω να σε μάθω να αγαπάς. Ήταν ένα παιδί με σοβαρά προβλήματα υγείας, αυτό που σήμερα αποκαλούμε «παιδί με ειδικές ανάγκες». Έχασε τους γονείς του όταν ήταν πέντε χρονών. Δεν φόρεσε όμορφα ρούχα, δεν είχε παιχνίδια για να χαρεί. Κουβαλώντας το στην πλάτη του το ανέβασε ο αδερφός του σε εκείνο το καταραμένο σαπιοκάραβο. Πέθανε το χειμώνα του 1923 σε ένα θλιβερό προσφυγικό στρατόπεδο της Κωνσταντινούπολης ίσως από τύφο, ίσως από ασιτία. Δεν είχε κλείσει καν τα επτά του χρόνια. Το έλεγαν Χαρίκλεια και ήταν αδερφή του παππού μου.
Σου μιλώ για αυτό το παιδί, γιατί τυχαίνει να είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θυμάται ακόμη το όνομά του. Δεν ξέρω γιατί, αλλά από τη μέρα που έμαθα τον ερχομό σου, ο νους μου τριγυρίζει συνέχεια σε εκείνο το παιδί. Τρέμω και μόνο στην ιδέα ότι θα μπορούσε να ζήσεις έστω και ένα μέρος όσων πέρασε. Θέλω να είσαι ευτυχισμένη και να απολαύσεις όλα όσα δικαιούσαι. Σε ότι με αφορά θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου για να το πετύχω. Σε εξορκίζω όμως να μην το ξεχάσεις ποτέ εκείνο το κοριτσάκι. Μου το χρωστάς…

Υ.Γ. Πιθανόν να αναρωτιέσαι γιατί επέλεξα αυτόν τον τρόπο για επικοινωνήσω μαζί σου. Ασφαλώς και θα μου ήταν ευκολότερο να γράψω τις σκέψεις μου σε ένα χαρτί και να το αφήσω σε ένα συρτάρι του γραφείου μου, για να το βρεις, όταν μεγαλώσεις. Σκέφτηκα όμως ότι αν δεν νιώσεις ποτέ την ανάγκη να ξεφυλλίσεις τη στοίβα από τα ξεθωριασμένα περιοδικά που θα βρεις στη βιβλιοθήκη μου -τη μόνη ίσως κληρονομιά που πρόκειται να βρεις από τον πατέρα σου- τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να διαβάσεις αυτές τις γραμμές. Θα είναι απλά χάσιμο χρόνου…

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Στάθης Ευσταθιάδης: "Σήμερα το έργο μου ανήκει σε όλους του Ποντίους..."


Συνομιλώντας με το Στάθη Ευσταθιάδη έχει κανείς τη αίσθηση ότι συνομιλεί με τη ζώσα ιστορία της ποντιακής λαογραφικής έρευνας. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι ο μόνος ίσως από τη λαμπρή εκείνη χορεία των πρωτοπόρων σκαπανέων της ποντιακής παράδοσης, τον οποίο οι παλαιότεροι -και ιδίως στα χωριά μας - γνώριζαν και αποκαλούσαν με το μικρό του όνομα.
Ίσως γιατί στα μάτια τους ο Στάθης Ευσταθιάδης - ο «Στίσιας» των δικών του ανθρώπων- ήταν ο μόνος από τους Πόντιους λόγιους των «πέτρινων» εκείνων μεταπολεμικών χρόνων που σκέφτηκε να επικεντρώσει την ερευνητική του προσπάθεια στους απλούς ανθρώπους της προσφυγιάς, στους ανώνυμους και πολλές φορές αγράμματους φορείς της συλλογικής μας μνήμης.
Η ζωή δεν ήταν πάντα γενναιόδωρη με το Στάθη Ευσταθιάδη. Ούτε όμως και οι άνθρωποι. Ίσως να έφταιγε και ο ίδιος. Ίσως να έφταιγε η αποφασιστικότητα και η παροιμιώδης δύναμη της θέλησης, που αποκτά στην περίπτωσή του επικές διαστάσεις, ίσως να έφταιγε η «δαιμονική» σχεδόν ευφυία του, που μπορεί να τρόμαζε και να ενεργοποιούσε αμυντικά αντανακλαστικά, ίσως τέλος να έφταιγε η παρρησία του λόγου του ή και εσφαλμένες επιλογές στην τόσο δύσκολη σκακιέρα της ποντιακής παραπολιτικής. Γεγονός πάντως είναι ότι ο σημερινός μας συνομιλητής διήνυσε τα πλέον πολύτιμα - για αυτόν, αλλά και τη λαογραφία μας - χρόνια σε μια πορεία μονήρη, όσο και παραγωγική.
Σήμερα στα ογδόντα του χρόνια ο Στάθης Ευσταθιάδης βρίσκεται στη φάση της οριστικής επίλυσης των λογαριασμών του με την ιστορία. Σε αυτή λοιπόν τη φάση, που εχθροί και φίλοι αναγνωρίζουν πλέον την προσφορά του χωρίς κατ’ ανάγκην να συμμερίζονται και τις θέσεις του, αποκτά ιδιαίτερη σημασία αυτό που είπε πρόσφατα σε μια εκδήλωση προς τιμήν του ο αδερφός του Νάκος: «τον καμαρώνω που βρίσκεται στην άκρη, σαν παλιό παροπλισμένο θωρηκτό, τιμημένο για τους αγώνες του». Αυτό λοιπόν το μεγάλο παροπλισμένο, αλλά πάντα έτοιμο για ταξίδια, θωρηκτό της λαογραφίας μας έχουμε την τιμή να φιλοξενούμε σήμερα μέσα από τις σελίδες του περιοδικού μας.

Ποια ήταν τα πρώτα σας ακούσματα;
Θυμάμαι κι έχω πάντα στο νου μου τον ήχο του λυράρη του χωριού μου, του Θόδωρου Ιωαννίδη, «τη Τότονος», όπως τον λέγαμε. Ήταν ένας θαυμάσιος λυράρης, που έπαιζε κυρίως Καρσλίδικα. Τα δεύτερα ακούσματα τα οποία θυμάμαι και τα οποία άσκησαν μεγάλη επιρροή πάνω μου από πολύ νεαρή ηλικία, ήταν του μεγάλου Σταύρη Πετρίδη, που ερχόταν στο Κιλκίς με διάφορες παρέες. Και φυσικά θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρω τη μητέρα μου, η οποία όχι μόνο τραγουδούσε θαυμάσια, αλλά και χόρευε θαυμάσια και μάλιστα όχι μόνο ποντιακούς χορούς, αλλά και Αρμένικους και Γεωργιανούς.

Σε ποια ηλικία πιάσατε για πρώτη φορά στα χέρια σας λύρα;
Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Ο «Τότον», που προανέφερα, έκανε την εποχή εκείνη μαθήματα σε δύο παιδιά. Εγώ παρακολουθούσα ως ακροατής, χωρίς να το γνωρίζει ο πατέρας μου. Έμαθα όμως γρηγορότερα από τους μαθητάς του. Κι όταν με άκουσε ο πατέρας μου, που το είχε μεράκι να μάθω λύρα, συγκινήθηκε τόσο πολύ, που πήγε αγόρασε μια λύρα και μου την έφερε.

Πότε αποφασίσατε να ασχοληθείτε συστηματικά με την ποντιακή λαογραφία;
Σχεδόν αμέσως μετά τον τραυματισμό μου το 1947. Μπορώ να πω ότι από τα πρώτα μου βήματα ερωτεύτηκα την ποντιακή λαογραφία. Σε αυτή τη φάση επισκέπτομαι τα χωριά και καταγράφω το υλικό που μου υπαγορεύουν γέροι και γερόντισσες. Μια δύσκολη διαδικασία που θέλει υπομονή και μεράκι.

Τι ήταν αυτό που θέλατε να μάθετε από τους γέροντες της πρώτης προσφυγικής γενιάς; Τι τους ρωτούσατε συνήθως;
Τι θυμούνται από την παλιά πατρίδα, από τον Πόντο ή τον Καύκασο, αν θυμούνται κανένα γάμο ή κανένα λυράρη, οτιδήποτε κατέγραψε η μνήμη τους και έμεινε χαραγμένο στην ψυχή τους. Μου υπαγόρευαν και –καθώς τότε δεν υπήρχαν μαγνητόφωνα-τα έγραφα στο χαρτί με τη βοήθεια της αδερφής μου της Μαρίας.

Πότε αποκτήσατε το πρώτο σας μαγνητόφωνο;
Το πρώτο μαγνητόφωνο μου το δάνεισε το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης πολύ αργότερα, το 1957, ως ανταμοιβή για την αρίστευσή μου.

Αναφερθήκατε στις σπουδές σας. Το πρόβλημα της όρασης δεν στάθηκε εμπόδιο στην επίτευξη αυτού του στόχου;
Το κρίσιμο ήταν να με δεχθούν στο Πανεπιστήμιο. Όταν χτύπησα την πόρτα του Πανεπιστημίου το 1956 για να δώσω εξετάσεις στα Νομικά, ώστε να εκπληρώσω και το όνειρο των γονέων μου, οι πανεπιστημιακές αρχές μου το αρνήθηκαν με το επιχείρημα «πως θα διαγωνιστεί, αφού ο ίδιος δεν μπορεί να γράφει; Που ξέρουμε ότι αυτά που θα γράψει δεν είναι γνώσεις του γραμματέως του;». Τότε τους είπα να χρησιμοποιήσουν πρόσωπο που να γνωρίζει μόνο να γράφει.
Τελικά χάρις και στη βοήθεια δύο πολύ σημαντικών καθηγητών της Φιλοσοφικής Σχολής, του Λίνου Πολίτη και του Νικόλαου Ανδριώτη, υπερίσχυσε το δικό μου επιχείρημα: «πώς είναι δυνατόν να θέλει ένας νέος να σπουδάσει και να του το αρνείστε; Ποιός νόμος το λέει αυτό; Και αν το λέει ο νόμος, τότε να τροποποιήσετε το νόμο». Έτσι την επόμενη χρονιά έγινα δεκτός και έδωσα εξετάσεις μόνος στο Πρυτανείο με μοναδικούς παρόντες τον καθηγητή και την αδερφή μου τη Μαρία, η οποία όλα αυτά τα χρόνια στάθηκε πολύτιμος συμπαραστάτης μου.
Η δε συγχωρεμένη η μάνα μου - γιατί ο πατέρας μου είχε στο μεταξύ δολοφονηθεί στον εμφύλιο - όταν έμαθε ότι τα κατάφερα, μου είπε συγκινημένη: «εσύ ετρύπεσες το ραχίν κι εξέβες ας σ’ άλλ’ τη μερέαν»!

Κι έτσι σπουδάσατε νομικά.
Σπούδασα νομικά με κρατική υποτροφία. Παράλληλα παρακολούθησα και ορισμένα μαθήματα της Φιλοσοφικής Σχολής: Γλωσσολογία, Λαογραφία με καθηγητή τον Στίλπωνα Κυριακίδη, Νεοελληνική Ιστορία, Ελληνική Λογοτεχνία…
 Μαθήματα που επέλεξα για να εμπλουτίσω τις γνώσεις μου και είχαν άμεση σχέση με τα λαογραφικά μου ενδιαφέροντα. Αργότερα ολοκλήρωσα τη διδακτορική μου διατριβή με τίτλο «Περί της κυριάρχου εν τη δημοκρατία βουλήσεως.
Η επαλήθευση της λαϊκής κυριαρχίας στα πλαίσια του ισχύοντος Συντάγματος» με καθηγητή τον Αριστόβουλο Μάνεση, η οποία εγκρίθηκε με άριστα. Εν συνεχεία δικηγόρησα επί 13 χρόνια και σήμερα είμαι συνταξιούχος.

Όλα αυτά τα χρόνια λοιπόν επισκέπτεστε τα ποντιακά χωριά και καταγράφετε γέροντες και γερόντισσες της πρώτης προσφυγικής γενιάς. Μπορείτε να μας αναφέρετε μερικούς από αυτούς, που σας έκαναν μεγάλη εντύπωση;
Ο μακαρίτης ο Στοφόρον από τον Τετράλοφο Κοζάνης. Φοβερές εντυπώσεις και πολλές. Μου υπαγόρευε πράγματα αυθεντικά, μου μιλούσε για τη ζωή της Ματσούκας, για τα πανηγύρια της Ματσούκας… Επίσης ο εξάδελφός του ο Στάθης Χριστοφορίδης από το Αραπλή…
Θυμάμαι επίσης μια γερόντισσα από τη Σκήτη Κοζάνης, την Ανατολή Βασιλειάδου. Ένας πολύ ωραίος άνθρωπος που τραγουδούσε και πολύ ωραία. Όταν πήγα και τη βρήκα και έμαθε το σκοπό της επίσκεψής μου, μου είπε αυθόρμητα:
«α… εσύ είσαι ο Ευσταθιάδης. Εσύ έρθες να παίρτς απ’ εμέν πράμαν πολλά, αμά εγώ ντ’ εξέρω είναι όσον τη δεντρού τα φύλλα. Εσύ ντο θα προφτάντς και παίρτς;».
Επίσης θυμάμαι την Ευγενία Ζευγαροπούλου, την «Καρσλήσα», από τους Γεωργιανούς της Βέροιας, που είχε κι ένα ακόμη εξαιρετικό ταλέντο: απέδιδε το σκοπό με το στόμα καλύτερα κι από τη λύρα.
Επίσης τον Καραφουλίδη από τη Γερακαρού Λαγκαδά, ο οποίος ήταν Κοιλαδέτες, δηλαδή από το Κοιλάδ’ της Τραπεζούντας. Αυτός μου έκανε μια παρατήρηση για τους σημερινούς χορευτές, που τη θυμάμαι ακόμη. Μου είπε επί λέξει: «οι ατωριζ’νοί πα Σέραν χορεύνε; Σκοτούντανε και χάντανε αλάι μαλάι. Η Σέρα ντο λες εσύ, σίτα χορεύ’ς και πας, θα αναπαέσαι…».
Αλλά και μία Κρωμέτ’σα από την Καλαμαριά, μια πολύ πονεμένη γυναίκα, η οποία μόλις με είδε, μου είπε: «αχ Ευσταθιάδη, το βάσανο μ’ έν’ πολλά τρανόν. Εσυρ’ ατο σην θάλασσαν κι εκείνε πα κι εποίκεν ατο καπούλ’, έγκε μ’ ατο οπίς…». Στη συνέχεια όμως μου υπαγόρευσε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για τους σκοπούς και τα τραγούδια της πατρίδας της, της Κρώμνης.

Αυτοί ήταν οι απλοί ανώνυμοι άνθρωποι, που καταγράψατε. Από τους γνωστούς λυράρηδες της πρώτης γενιάς, που είχατε τη τύχη να γνωρίσατε;
Το Σταύρη το γνώρισα στο Κιλκίς, όταν ήμουν μαθητής του γυμνασίου. Ερχόταν με διάφορες παρέες και έπαιζε κι εγώ πήγαινα και τον άκουγα κρυφά από το φόβο του γυμνασιάρχη. Αργότερα το 1947 είχα την τιμή να τον δεχτώ στο σπίτι μου στο Καραβάν Σαράι στη Θεσσαλονίκη και μάλιστα όχι μία, αλλά τρεις φορές. Το Σταύρη τον εθαύμασα. Τον άκουσα να παίζει Σέρα-χορόν, αλλά και τον είδα να χορεύει Σέρα-χορόν με λυράρη το συμπατριώτη σου τον Παντελίκα. Όταν ήταν στα μεράκια του, ήταν άπιαστος. Και όχι μόνο στο τραγούδι, αλλά και στη λύρα. Γιατί ακούω πολλούς σήμερα που λένε ότι λύρα δεν έπαιζε και τόσο καλά.

Εμείς οι νεώτεροι τον γνωρίζουμε μέσα από τους δίσκους του γραμμοφώνου. Εσείς που τον ακούσατε ζωντανά, πως κρίνετε αυτούς τους δίσκους σε σχέση με αυτό που ακούσατε τότε ζωντανά;
Οι δίσκοι είναι απλώς ένα δείγμα του εαυτού του. Στην πραγματικότητα όμως έπαιζε πολύ καλύτερα. Άλλωστε ο Σταύρης δεν είναι το είδος του λυράρη που μπορείς να τον κρίνεις μέσα από τους δίσκους. Έπρεπε να τον έχεις ακούσει να παίζει αργά τα ξημερώματα…. Μου ζητήθηκε κάποτε να συγκρίνω το Σταύρη με το γιό του, το Γώγο, κι έκανα την εξής παρατήρηση: «Όταν έπαιζε λύρα ο Γώγος, σε έκανε και τον θαύμαζες. Έμενες με το στόμα ανοιχτό. Ο Σταύρης σε έκανε και έκλαιγες. Ο Γώγος ήταν ρυθμός, ο Σταύρης μελωδία. Ο Γώγος ήταν το καλλιεργημένο μεγάλο τριαντάφυλλο του κήπου, ο Σταύρης το τριαντάφυλλο του χωριού, το μικρό σε μέγεθος, αλλά πνικτικό σε μυρωδιά. Ο Γώγος ήταν η φανέλα του εργοστασίου, ο Σταύρης η φανέλα του χωριού, που η κοπέλα την πλέκει βελονιά-βελονιά χύνοντας δάκρυα». Και στη λύρα, αλλά ιδίως στο τραγούδι.

Άλλοι λυράρηδες της πρώτης γενιάς, τους οποίους προλάβατε;
Θυμάμαι κάποιον Δημήτριο Αμοιρίδη από την Τραπεζούντα. Επίσης το Νίκο το Χαλυβόπουλο τον Ματσουκάτε, ο οποίος ζούσε στην Καστοριά, τον Τσορτάν τον δικό σας και πολλούς άλλους. Δεν πρόλαβα το Σαββέλη από την Ίμερα, ο οποίος πέθανε το 1934, όπως επίσης και τον Παύλο το Στεφανίδη από το Κιλκίς, το Μουζενίτε, για τον οποίο όμως άκουσα πάρα πολλά πράγματα από παλαιούς φίλους και συνδιασκεδαστές του.

Ποιες ήταν οι σημαντικότερες επιρροές που δεχτήκατε ως ερευνητής και λαογράφος;
Είχα επηρεαστεί ιδιαίτερα από το έργο του Σίμωνος Καρά, του μεγάλου αυτού μελετητή της παραδοσιακής μας μουσικής.

Την ίδια εποχή ή λίγο νωρίτερα κάνετε το «ντεμπούτο» σας ως θεατρικός συγγραφέας. Ποια ήταν η υποδοχή που σας επεφύλαξε ο χώρος των τότε ποντιακών σωματείων;
Δυστυχώς αρνητική. Έγραψα το πρώτο μου έργο το «Κουρπάν» και πήγα να το παρουσιάσω στην Εύξεινο Λέσχη. Εκεί ήταν ο Τσουλφάς, ο Κοκοζίδης και ο Μεταλλίδης και αρνήθηκαν να το δεχτούν. Ήταν βλέπετε η εποχή που δέσποζε η φυσιογνωμία του Κτενίδη. Έτσι αναγκάστηκα να κατέβω στην Αθήνα. Στις 6 Μαρτίου του 1949 δόθηκε η πρώτη παράσταση του έργου μου στο θέατρο «Κεντρικόν».
Αλλά κι αργότερα, όταν αποφάσισα να δράσω ως ιδιώτης και παρουσίασα το έργο μου «Σεβντά με τα δάκρια», προσέφυγαν σε αθέμιτα μέσα. Έστειλαν την αστυνομία στο σπίτι μου με την κατηγορία ότι το έργο ήταν «αριστερό», ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν. Ήταν δημοκρατικό.
Ευτυχώς σήμερα οι αντιδικίες εκείνης της εποχής έχουν πλέον ξεχαστεί, πρόσφατα μάλιστα με τίμησε και η ίδια η Εύξεινος Λέσχη.

Συνολικά πόσα θεατρικά έργα έχετε γράψει;
Δεκαέξι.

Είναι κοινή η διαπίστωση ότι τα τελευταία χρόνια η πορεία του ποντιακού θεάτρου έχει υποχωρήσει. Που οφείλεται κατά τη γνώμη σας αυτή η εξέλιξη;
Στην προσπάθεια νόθευσής του. Νόθευσαν το ποντιακό θέατρο μεταφράζοντας στην ποντιακή διάλεκτο έργα ξένα, τα οποία ο ποντιακός λαός δεν εκτίμησε και δεν αποδέχθηκε.

Πότε αποφασίζετε να ασχοληθείτε για πρώτη φορά με το ραδιόφωνο;
Το ίδιο έτος, το 1949. Η εκπομπή ονομαζόταν από τότε «Ποντιακοί Αντίλαλοι» και παιζόταν από το ραδιοφωνικό Σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων Θεσσαλονίκης. Συνεργάτες μου σε αυτή τη φάση κοριτσόπουλα και παιδόπουλα της γειτονιάς. Αλλά και ο Ιωακείμ Σαλτσής, συνταξιούχος δάσκαλος από την Ορντού, γεροντάκι τότε, ο οποίος με συμπαραστάθηκε και έβλεπε τον πρώτο καιρό τα κείμενά μου.

Τι περιελάμβανε συνήθως η ραδιοφωνική σας εκπομπή;
Τραγούδια και ιστορικές αναφορές στον τόπο καταγωγής των.

Και ποια ήταν η αποδοχή αυτών των εκπομπών;
Δεν θα ήταν υπερβολή, αν έλεγα ότι γινόταν «ιερό προσκήνυμα». Κάθε φορά την καθιερωμένη ημέρα και ώρα, Σάββατο στις 4, οι Πόντιοι της Μακεδονίας άφηναν τις δουλειές τους και έσπευδαν να ακούσουν κάτι το ιερό, κάτι το πατριωτικό.

Πότε ιδρύετε το Φάρο Ποντίων Θεσσαλονίκης;
Το 1969…

Τι σας οδήγησε σε αυτή την απόφαση;
Ήταν φανερό ότι το έργο μου δεν χωρούσε σε άλλα σωματεία. Όσο περνούσε ο καιρός, το πράγμα έπαιρνε διαστάσεις. Εγώ όμως είχα μπροστά μου πολύ δουλειά κι έπρεπε να βρω έναν τρόπο να δράσω ελεύθερα. Και έδρασα.

Με την ασφάλεια των 40 χρόνων που πέρασαν από τότε, σκεφθήκατε ποτέ μήπως ο «πρόεδρος» Ευσταθιάδης έβλαψε το λαογράφο; Μήπως δηλαδή οι «γκρίνιες» που ενυπάρχουν στη λειτουργία των σωματείων μας, έβλαψαν την αποδοχή του έργου σας;
Δεν το νομίζω. Χωρίς τα διοικητικά, χωρίς την ίδρυση του Φάρου Ποντίων, δεν θα μπορούσα να προσφέρω όσα πρόσφερα, με δεδομένη και την αρνητική στάση της Ευξείνου Λέσχης, που σας περιέγραψα. Αυτό που λέτε, ισχύει σήμερα. Σήμερα το έργο μου ανήκει σε όλους τους Ποντίους. Τότε όμως υπήρχαν τα πάθη.

Είστε ευχαριστημένος λοιπόν από την αναγνώριση του έργου σας;
Πώς να μην είμαι; Έχω τιμηθεί από την Ακαδημία Αθηνών, από την Ακαδημία της Γερμανίας, από Μητροπόλεις, πρόσφατα μάλιστα με τίμησε και η Εύξεινος Λέσχη Θεσσαλονίκης σε μια πολύ όμορφη εκδήλωση.
Όταν όμως θυμάμαι τις παλιές ταλαιπωρίες, τον σκληρό αγώνα που έδωσα, πικραίνομαι. Πολλά από τα καλύτερά μου χρόνια -χρόνια στα οποία θα μπορούσα να προσφέρω πολύ περισσότερα- πέρασαν άγονα. Σε μια συνέλευση πολύ παλαιότερα είχα κάνει μια πρόταση: να καταρτίσουμε μια τριμελή επιτροπή, να της δώσουμε ένα αυτοκίνητο κι ένα μαγνητόφωνο και να της αναθέσουμε να επισκεφτεί Ελλάδα, Τουρκία, Γερμανία, όπου υπάρχουν Πόντιοι, και να συγκεντρώσει λαογραφικό υλικό. Υπάρχει καλύτερη πρόταση από αυτή; Κι όμως δεν τη δέχθηκαν…

Το 1984 βραβευτήκατε για το συνολικό σας έργο από την Ακαδημία Αθηνών. Ποιανού πρόταση ήταν αυτή η βράβευση;
Του καθηγητού μου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και μετέπειτα προέδρου της Ακαδημίας Γεωργίου Μιχαηλίδη-Νουάρου.

Είστε από τους πρώτους που άνοιξαν το δρόμο της επικοινωνίας ανάμεσα στους Πόντιους της Ελλάδας και στους ποντιόφωνους της σημερινής Τραπεζούντας. Πότε ξεκίνησε αυτή η ιστορία;
Το 1982. Επισκέφθηκα την περιοχή της Τραπεζούντας με σκοπό τη συγκέντρωση λαογραφικού υλικού. Και μπορώ να πω ότι συγκέντρωσα εξαιρετικά ενδιαφέρον λαογραφικό υλικό. Και μουσικό και εθιμικό. Να σας δώσω ένα παράδειγμα: όταν ζυμώνουν το ψωμί οι γυναίκες της Τόνιας, πριν το ρίξουν στο φούρνο, το σταυρώνουν. Επίσης, όταν το κορίτσι παντρεύεται και πάει στο σπίτι του άντρα της, μετά από επτά ημέρες επιστρέφει στο πατρικό της, «κλώσκεται σ’ εφτά», όπως κάνουμε κι εμείς.

Δυσκολίες συναντήσατε;
Σε ελάχιστες περιπτώσεις. Κι αυτό γιατί έκανα τη δουλειά μου με προσοχή και -το κυριότερο- δεν πολιτικοποίησα ποτέ την έρευνά μου. Δε δίνω στο υλικό που συγκέντρωσα τη σημασία που του δίνουν μερικοί ευφάνταστοι. Κάποιοι πίστευαν ότι θα πάνε στον Πόντο και θα βρουν περίπου ένα κρυφό Ελληνικό κράτος εν λειτουργία! Δεν είναι έτσι.
Λαογραφική έρευνα μπορεί να γίνει, λαογραφικό υλικό μπορεί να συγκεντρωθεί, αλλά καθαρώς μέσα στα πλαίσια της λαογραφίας και χωρίς πολιτικές στοχεύσεις.

Κατηγορηθήκατε όμως με βάση αυτές τις απόψεις σας ως φιλότουρκος…
Τους χαρίζω την μομφήν. Έδρασα, όπως έδρασα. Είμαι υπέρ της ερεύνης των πολιτιστικών στοιχείων του ποντιακού λαού, είτε αυτός ζει εδώ, είτε στην Τουρκία. Και νομίζω ότι στον τομέα αυτό η έρευνα μπορεί να δώσει πολύ ωραία πράγματα. Αυτοί θέλουν χρησιμοποιώντας τη λαογραφία και την κεμεντζέ, να λύσουν τα πολιτικά προβλήματα Ελλάδας-Τουρκίας πάνω στις τρεις χορδές τις ποντιακής λύρας. Αυτό εμένα δεν με αφορά.

Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μόδα να αντιγράφουν πολλοί νέοι λυράρηδες μουσικά μοτίβα από εκεί. Πόσο κοινές όμως είναι οι μουσικές μας παραδόσεις; Σας βρίσκει σύμφωνο αυτή η τάση;
Απαντώ ευθέως ναι. Είναι έτσι, όπως το λέτε. Και πιστεύω ότι θα πρέπει να επιμείνουμε. Στον τομέα των χορών μπορώ να πω ότι σε μερικά σημεία είναι σκληρότεροι, τραχύτεροι, ίσως ανώτεροι ημών. Όπως και στο τραγούδι, ιδίως στο μακρύν της Ματσούκας. Εκεί που σαφώς υστερούν, είναι στο θέμα της λύρας.

Επισκεφτήκατε όμως και τη Γεωργία. Τι εντυπώσεις αποκομίσατε από την επαφή σας με τον Ποντιακό Ελληνισμό της τ. Ε.Σ.Σ.Δ.;
Επισκέφθηκα τη Γεωργία το 1989. Και από εκεί αποκόμισα τις ίδιες εντυπώσεις, ίσως μάλιστα και πιο ενθαρρυντικές. Οι Πόντιοι της Γεωργίας κρατούν τις ποντιακές παραδόσεις και τη χριστιανική τους ταυτότητα πολύ πιστά. Μουσικά όμως δεν έχουν όλοι ποντιακά ακούσματα. Ίσως να ήταν λίγοι μέσα στους πολλούς και, όπως είναι φυσικό, επήλθε η αφομοίωση.

Τα μέλη της πρώτης προσφυγικής γενιά έχουν όλα σχεδόν εκλείψει. Επομένως θεωρείτε ότι τελειώνει και η λαογραφική έρευνα, όπως τη γνωρίσαμε μέχρι σήμερα μέσα από το έργο σας;
Όχι ακόμη. Υπάρχει ακόμη η δεύτερη προσφυγική γενιά, τα παιδιά των προσφύγων, που γνωρίζουν αρκετά πράγματα, τα οποία παρέλαβαν από την προηγούμενη γενιά. Όταν εκλείψει και αυτή η γενιά, τότε πράγματι θα μπούμε σε ένα νέο στάδιο, εκείνο της ιστορικής έρευνας.

Πως σας φαίνονται οι σημερινοί λυράρηδες;
Μέσα στην ομάδα των νέων λυράρηδων, υπάρχουν φωτεινά αστέρια, αλλά υπάρχουν και κάποιοι, οι οποίοι δυστυχώς νοθεύουν τη παράδοση. Και με λυπεί το γεγονός. Ενώ εκείνοι που αγαπούν την παράδοση είναι λίγοι, αλλά εκλεκτοί.

Πόσο αισιόδοξος είστε για τη διατήρηση της ποντιακής ταυτότητας στα χρόνια που έρχονται;
Αν πάρω παράδειγμα από την κόρη μου και τα άλλα νέα παιδιά που συνεργάζονται μαζί της στο Δ.Σ. του Φάρου Ποντίων, είμαι αισιόδοξος. Οι επιδιώξεις τους είναι οι ίδιες με τις δικές μας. Τα βήματά τους είναι σταθερά και ωραία…

Δημοσιεύθηκε στο τεύχος 4 του περιοδικού Άμαστρις (Αύγουστος 2009)