ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Πως μπορώ να λαμβάνω το Άμαστρις;

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Η ιστορία ενός ρολογιού…


        Ο παππούς μου ανήκε σε μία γενιά που δε φόρεσε ποτέ ρολόι χειρός, αλλά έμεινε μέχρι τέλους πιστή σε εκείνα τα πανέμορφα ρολόγια της τσέπης με τις μακριές ασημένιες καδένες, που κατέληγαν σε ένα μικρό τσεπάκι του αντρικού γιλέκου. Κι είχε πράγματι ένα τέτοιο ρολόι ο παππούς, ένα πανέμορφο ρολόι με ασημένια καδένα, μόνο που αντί για την τσέπη του γιλέκου, που είχε από χρόνια εξοβελιστεί από τη γκαρνταρόμπα των Ελλήνων, ακόμη και των γεροντότερων, εκείνη κατέληγε στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του.

 Κάποια φορά που το έβγαλε από την τσέπη του, τον ρώτησα αν το είχε από τον πατέρα του.

 -«Όχι, το αγόρασα στην Κατοχή… Εκείνο το πούλησα….».

Δε μου άρεσε καθόλου η απάντησή του. Πως μπορούσε να ομολογήσει τόσο κυνικά ότι είχε πουλήσει το ρολόι του πατέρα του; Λες και είχε στα χέρια του πολλά άλλα ενθύμια από εκείνο το πατέρα, που πέθανε στη «μακρινή πατρίδα». Εδώ καλά-καλά ούτε φωτογραφία του δεν είχαμε… Κι ύστερα, τι το θελε εκείνο το «στην Κατοχή»; Στο νου μου ήρθαν αμέσως οι εικόνες από τις διηγήσεις των γέρων του καφενείου για τα καραβάνια των πεινασμένων Θεσσαλονικέων, που ’παίρναν σβάρνα τα κοντινά χωριά, προσπαθώντας να ανταλλάξουν τα λιγοστά τιμαλφή τους με μια χούφτα σιτάρι. Ο παππούς μου ήταν κατά κοινή ομολογία όσων τον γνώριζαν, ένας καλόψυχος άνθρωπος. Το τελευταίο πράγμα που θα μπορούσα να πιστέψω γι αυτόν, ήταν ότι είχε γίνει συνένοχος σε μια τόσο ανίερη δοσοληψία.  Δεν άντεξα και προσπάθησα να ανοίξω συζήτηση (πράγμα όχι και τόσο εύκολο, αφού ο «Πιπέρος» είχε έναν δικό του τρόπο να αποφεύγει, συνήθως μονολεκτικά, τις ανεπιθύμητες συζητήσεις). Ευτυχώς εκείνο το πρωί είχε μάλλον τα κέφια του.

-«Αυτό δεν είναι τίποτε μπροστά σε εκείνο το ρολόι. Αυτό είναι σχεδόν ψεύτικο, εκείνο ήταν όλο ασήμι.  Το είχε αγοράσει ο πατέρας μου στον Καύκασο, πριν γεννηθώ εγώ. Το πούλησα όταν πρωτοήρθαμε στη Σαλονίκη. Κάποιοι είχαν πέντε παράδες για τα πρώτα τους έξοδα. Εμείς δεν είχαμε τίποτε. Και να ’θελα να πουλήσω κάτι άλλο, που να το έβρισκα; Από τα οκτώ στόματα που είχα στην πλάτη μου, όταν ξεκινήσαμε από την Τραπεζούντα, είχαν απομείνει τα πέντε. Τι άλλο να έκανα; Δεν το σκέφτηκα καθόλου. Άφησα τις γυναίκες στο θάλαμο και βγήκα στην πόλη.

             Μπήκα στο πρώτο χρυσοχοείο που βρήκα μπροστά μου. Μέσα ήταν ένας γέρος Εβραίος. Στην αρχή με κοίταξε ψυχρά. Όταν όμως κατάλαβε ότι δεν πήγα για να ζητήσω ελεημοσύνη, αλλά για να πουλήσω κάτι, μαλάκωσε. Πήρε το ρολόι στα χέρια του και το περιεργάστηκε.

- «Καλό είναι…», είπε τάχα αδιάφορα. «Μην το κουνήσεις από εδώ. Έρχομαι αμέσως…».
Ύστερα βγήκε από το μαγαζί του κρατώντας το ρολόι στα χέρια του. Μετά από λίγα λεπτά επέστρεψε μ’ έναν χωροφύλακα.

- «Έλα μαζί μου», μου είπε ο χωροφύλακας.

Τον ακολούθησα. Στο δρόμο προσπαθούσα να του εξηγήσω ότι το ρολόι ήταν του συγχωρεμένου του πατέρα μου. Κι ότι αναγκάστηκα να το πουλήσω, γιατί είχα να θρέψω πέντε στόματα. Χαμένος κόπος. Δε με άκουγε, ήταν σαν να μην υπάρχω. Κάποτε φτάσαμε στο τμήμα. Μ’ έμπασε κατευθείαν σ’ ένα γραφείο. Μέσα ήταν ένας ηλικιωμένος χωροφύλακας, μάλλον ο διοικητής του.

- «Τι έκανε αυτός;», ρώτησε αυστηρά χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει.

- «Έκλεψε ένα ασημένιο ρολόι…»

- «Δεν είμαι κλέφτης, κύριε αστυνόμε, πρόσφυγας είμαι...» είπα, χωρίς να διστάσω. «Το ρολόι είναι του συχωρεμένου του πατέρα μου…». Και χωρίς να το καταλάβω με πήραν τα κλάματα…

Μόνο τότε γύρισε και με κοίταξε…

- «Πρόσφυγας ε;». Μαλάκωσε... «Και γιατί ήθελες να το πουλήσεις;»

- «Τι άλλο να κάνω. Έχω πέντε στόματα να θρέψω…»

Δε χρειαζόταν να πω περισσότερα. Κατάλαβε. Ποιος ξέρει πόσους σαν κι εμένα του κουβαλούσαν καθημερινά. Έγραψε κάτι σ’ ένα χαρτάκι και μου το έδωσε.

-«Ξέρεις να διαβάζεις;»

Ντράπηκα. Δεν ήξερα… Ύστερα φώναξε πάλι τον χωροφύλακα.

- «Να τον πας πίσω από εκεί που τον έφερες. Και να δείξεις του κερατά του Εβραίου το σημείωμά. Μην το ξεχάσεις..»

Ο χωροφύλακας με πήρε και φύγαμε. Τώρα πια ήταν αλλιώτικος. Μου πρόσφερε και τσιγάρο, το πρώτο τσιγάρο που κάπνιζα αφ’ ότου φτάσαμε στη Σαλονίκη. Προσπαθούσα να το καπνίσω αργά-αργά για να μην τελειώσει ποτέ. Κάποτε φτάσαμε στο μαγαζί του Εβραίου. Ο σκατόγερος πήρε στα χέρια του το σημείωμα. Ύστερα χωρίς να μου πει λέξη, έβγαλε και μου μέτρησε μερικά χαρτονομίσματα. Τα πήρα κι έφυγα τρέχοντας. Μπήκα στο πρώτο μπακάλικο που βρήκα μπροστά μου. Θυμάμαι ότι αγόρασα μια τσίγκινη λεκανίτσα για να πλενόμαστε, μία πετσέτα και δύο μεγάλα άσπρα ψωμιά. Και μου ’μειναν και λίγα χρήματα για τις επόμενες μέρες…»

Έτσι λοιπόν χάθηκε για πάντα από τα χέρια μας το ασημένιο ρολόι του Πάντζου. Κι αυτό εδώ;

«Αυτό το αγόρασα στην Κατοχή. Είχαν έρθει τρεις άντρες στο καφενείο και πουλούσαν κάτι ψιλοπράγματα. Τα υπόλοιπα τα πούλησαν όλα. Αυτό όμως δεν το αγόραζε κανείς. Μην το βλέπεις έτσι, όπως το έχω εγώ. Τότε ήταν «κουσουρλίν». Ασημένιο ήταν, αλλά χωρίς καπάκι. Το είχε βγάλει και το είχε πουλήσει νωρίτερα. Τι αξία έχει ένα ρολόι χωρίς καπάκι; Αφού είδε κι αποείδε, ήρθε προς το μέρος μου…

-«Πάρ’ το παλληκάρι μου. Μην το βλέπεις έτσι, καλό είναι….»

-«Δεν το θέλω. Δε χρειάζομαι ρολόι», του είπα εγώ. Η αλήθεια είναι ότι το χρειαζόμουν και το παραχρειαζόμουν. Μπορείς να κάνει άνθρωπος χωρίς ρολόι; Όμως με τη φτώχεια που μας έδερνε -λίγο να σταθούμε στα πόδια μας, λίγο να παντρέψω τις αδερφές μου- που καιρός για ρολόγια και πολυτέλειες…

-«Σε παρακαλώ…», μου είπε εκείνος, «ξέρεις πόσα στόματα με περιμένουν πίσω;»

 Πάγωσα. Κάποτε κι εγώ για μερικά τέτοια στόματα αναγκάστηκα να πουλήσω το δικό μου ρολόι.

 - «Πόσο το δίνεις;»

 - «Δώσε ότι θέλεις και πάρ’ το…»

- «Περίμενε εδώ», του είπα. Πήγα στο σπίτι, μπήκα στον αχυρώνα και πήρα μισό σακί σιτάρι. Όταν με είδε η σ’χωρεμένη η γιαγιά σου, τρελάθηκε. Μ’ αυτό το τσουβάλι μπορούσαμε να περάσουμε και δέκα μέρες. Το πήρα κι έτρεξα στο καφενείο. Ο άντρας ήταν ακόμη εκεί. Του έδωσε το σακί. Μόνο που δε μου φίλησε το χέρι. Το ρολόι του άξιζε πολύ λιγότερο. Το πήρα και γύρισα σπίτι. Αργότερα, μετά την απελευθέρωση, όταν έστρωσαν κάπως τα πράγματα, το έδωσα στη Σαλονίκη και του πέρασαν καπάκι. Όχι βέβαια ασημένιο, ένα απλό καπάκι είναι. Όμως τη δουλειά του την κάνει…»

Δεν υπάρχουν σχόλια: