ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Πως μπορώ να λαμβάνω το Άμαστρις;

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Έσο γενναία, μήτηρ μου...

Γρηγόριος Ζαρωτιάδης

Ένα ακόμη αδημοσίευτο ντοκουμέντο από τις φυλακές της Αμάσειας: η συγκινητική επιστολή ενός νέου παιδιού, του Γρηγόριου Ζαρωτιάδη, ο οποίος τελικά κατόρθωσε να διαφύγει την εκτέλεση, να έρθει στην Ελλάδα και να αναδειχθεί αργότερα σε βουλευτή του Ελληνικού Κοινοβουλίου.


Ο Γρηγόριος Ζαρωτιάδης γεννήθηκε λίγα χρόνια πριν το 1900 στην πόλη της Κερασούντας. Η οικογένειά του ασχολείτο, όπως και μεγάλο μέρος των κατοίκων της πόλης,με την παραγωγή και εμπορία φουντουκέλαιου. Αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Κερασουντίων που συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν στις φυλακές της Αμάσειας ανήκε στην εμπορική τάξη της πόλης (προκειμένου να ικανοποιηθεί το σατανικό σχέδιο του Τοπάλ Οσμάν να οικειοποιηθεί τις τεράστιες περιουσίες που είχαν συγκεντρώσει οι Κερασούντιοι από το εμπόριο των φουντουκιών προς τη Δυτική Ευρώπη), τότε οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η οικογένειά του πρέπει να ήταν τουλάχιστον εύπορη.
Αφού τελείωσε το τριτάξιο ημιγυμνάσιο της πατρίδας του ο Γρηγόριος Ζαρωτιάδης σπούδασε στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας και μετά την αποφοίτησή του και από αυτό ανέλαβε -αν και δεν ήταν ο μεγαλύτερος γιός της οικογένειας, αλλά ο πιο μορφωμένος- τη διεύθυνση της οικογενειακής επιχείρησης. Το μεγάλο του έγκλημα ήταν ότι δραστηριοποιήθηκε στην κοινωνική και πνευματική ζωή της Κερασούντας, συμμετέχοντας σε διάφορα εθνικά σωματεία που ιδρύθηκαν την εποχή εκείνη από την ελληνική νεολαία της πόλης. Κατά πάσα μάλιστα πιθανότητα υπήρξε από τότε συνεργάτης του μετέπειτα βουλευτή και υπουργού Λεωνίδα Ιασωνίδη, ο οποίος πρωταγωνίστησε την περίοδο εκείνη στην έντονη εθνική δράση της νεολαίας της Κερασούντας. Σ’ αυτό συνηγορεί και η στενή προσωπική σχέση και η πολιτική συνεργασία που είχε ο Ζαρωτιάδης με τον Ιασωνίδη και μετά την έλευσή τους στην Ελλάδα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι δύο φίλοι δεν συνυπήρξαν στις σκοτεινά κελιά της φυλακής της Αμάσειας, αφού είναι γνωστό ότι ο Λεωνίδας Ιασωνίδης πρόλαβε και διέφυγε στη γειτονική Ρωσία (κάτι ωστόσο που δεν εμπόδισε το δικαστήριο να τον καταδικάσει ερήμην σε θάνατο).
Από το κείμενο της επιστολής του φαίνεται ότι αρχικά ο Γρηγόρης Ζαρωτιάδης καταδικάστηκε σε θάνατο. Καθώς όμως τα χρόνια που ακολούθησαν, απέφευγε να μιλά για την περιπέτεια που πέρασε στην πατρίδα, δεν είμαστε σε θέση γνωρίζουμε το πως κατόρθωσε να διαφύγει την αγχόνη. Η εξήγηση που δίνει η οικογένειά του, ότι δηλαδή πιθανόν να του δόθηκε χάρη λόγω του νεαρού της ηλικίας του, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Άλλωστε είναι ο γνωστό ότι ο Εμίν Μπέης, ο διαβόητος πρόεδρος του δικαστηρίου ανεξαρτησίας, δε διακρινόταν για την επιείκεια ή τη φιλανθρωπία του, αφού στην ίδια δίκη καταδίκασε με ευκολία σε θάνατο τα ακόμη νεαρότερα σε ηλικία μέλη της αθλητικής ομάδας «Πόντος» του κολεγίου Ανατόλια της Μερζιφούντας. Πάντως την ώρα που έγραφε την επιστολή του στις 9 Σεπτεμβρίου του 1921, μία ημέρα δηλαδή μετά τον απαγχονισμό της πρώτης «παρτίδας» καταδικασθέντων (των πλέον επώνυμων και επομένως πολιτικά επικίνδυνων) ο Γρηγόρης Ζαρωτιάδης πίστευε ότι το ίδιο τέλος ανέμενε και τον ίδιο. Γράφει λοιπόν στη μητέρα του:

Η επιστολή του Γρ.Ζαρωτιάδη

Εν φυλακαίς του δικαστηρίου Ιστικλάλ Αμασείας τη 9-22/9/1921


Αγαπητή και πολυαγαπημένη μου μητέρα Ροδάμα Ζαρωτιάδου.

Μετ’ άλγους ψυχής σας γράφω την τελευταίαν μου επιστολήν, την οποίαν φυλάξετε αντ’ εμού ως κειμήλιον.

Ήτο της τύχης μου να μην σας βλέπω πλέον στα μάτια μου, δεν σε χόρτασα μανούλα μου, ούτε τον κόσμον, πηγαίνω δε εις τον τάφον.

Κατά την διαμονήν μου εις τας φυλακάς της πατρίδος, είχον γράψει την διαθήκην μου εις το βιβλιάριον της τσέπης μου, την οποίαν εννοώ να σεβασθούν όλοι οι κληρονόμοι και συμφώνως της οποίας φροντίσατε τα δέοντα.

Ίσως πολλαίς φορές σας επίκρανα, αγαπητή μανούλα μου συγχώρεσέ με και προσεύχου υπέρ εμού. Τας αγαπητάς και ορφανάς αδελφάς μου, ας δεν εχόρτασα, φίλησε αντ’ εμού χιλιάκις, ως και τα ανεψάκια μου και φροντίσατε δια την αποκατάστασίν των, αι αδελφαί μου, όπως πάντοτε είχον την απαιτουμένην υπακοήν, σέβας ή αγάπη προς υμάς, πιστεύω και έχω την πεποίθησιν ότι θα έχουν πάντοτε και μετά την αποκατάστασίν των, την ιδίαν υπακοήν, σέβας και αγάπην, όπως και γνώρισα κάλλιστα, ότι ο αγαπητός των αδελφός τότε θα είναι πολύ ήσυχος και εις τας επουρανίους μονάς. Πρόσφερε τους εγκαρδίους ασπασμούς μου εις τας τεθλιμμένας αδελφάς μου Σοφίαν και Βασιλικήν και εις τους συμβίους των, και ας με συγχωρήσουν κι ο Θεός να ταις συγχωρήσει.

Έσο γενναία, μήτηρ μου και μη απελπίσου, καθ’ ότι σας αφήνω έναν μέγαν παρήγορον προστάτην της οικογενείας μας, τον παντοδύναμον και πολυεύσπλαχνον Θεόν και εξ’ άλλου τον πολυαγαπημένον και μόνον μου αυτάδελφον Μιλτιάδην, εις τον οποίον είμαι πεπεισμένος, ότι θα είναι μέγας προστάτης και υποστηρικτής της οικογενείας μας.

Αγαπητέ αυτάδελφε, η καρδία μου είναι περίλυπος μέχρι θανάτου διότι κατά τας τελευταίας αυτάς στιγμάς του βίου μου, τας τόσον τραγικάς, θα επεθύμουν να περιπτυχθώ δια τελευταίαν φοράν τον μόνον και πολυαγαπητόν αδελφόν Μιλτιάδην.

Η λύπη μου καθίσταται έτι μεγαλυτέρα διότι κατά την εν Κερασούντι διαμονήν σας παρουσιάσθησαν μικραί τινές διαφοραί, δια τας οποίας σας ζητώ απείρως συγγνώμην, απερχόμενος δε κρίμασιν, ας οίδε κύριος, εις τας επουρανίους μονάς, με την γαλήνη της ψυχής μου επαφίνω την μέριμναν της οικογενείας προς εσέ, αγαπητέ αδελφέ.

Μη δυνάμενος να σας γράψω περαιτέρω, καθ’ ότι αδυνατεί ο κάλαμός μου, σας απευθύνω τον τελευταίον μου ασπασμόν.

Αγαπητή μανούλα, έχε θάρρος και υπομονήν. Τι να κάμωμεν, τοιαύτη ήτο η τύχη μου, το μοιραίον τέλος μου. Το πεπρωμένον αδύνατον φυγείν, ο Πανάγαθος Θεός να είναι μέγας παρήγορος και προστάτης σας.

Προσφέρατε τους εγκαρδίους ασπασμούς μου εις όλους τους συγγενείς, φίλους και γειτόνους και ας με συγχωρήσουν και ο Θεός να τους συγχωρήσει.

Σας φιλώ όλους με δάκρια εις τους οφθαλμούς ο αγαπητός σας υιός, αδελφός, ανεψιός και γείτων σας. ο άτυχος ,

Γρ. Ζαρωτιάδης

Υ.Γ. Πεφιλημένε αδελφέ Μιλτιάδη, σας παρακαλώ όπως μη με παρεξηγείτε δια τον τρόπον της καταθέσεως των κτημάτων μου καθ’ ότι επαρκούν μόνον την απορφανισθείσαν και καταστραφείσαν οικογένειάν μας.

Αγαπητή και ταλαίπωρη μήτηρ μου, το επ’ ονόματί μου κτήμα (η λεπτοκαρέα) να επιστραφή κατ’ ευθείαν επ’ ονόματί σας και μετά την πολύχρονον ζωήν σας, εις τας τελευταίας στιγμάς σας, να το διαθέσετε εις το όνομα του ανεψιού μου Παναγιώτη Μ. Ζαρωτιάδου και να πης το σπλάχνον του αδελφού μου (Παναγιώτην) να μορφωθή δεόντως.

Μετά την είσπραξιν των λογαριασμών μου σας επιβάλλομαι όπως δια μνήμην μου διαθέσετε εκατόν μεν λίρας δια το σχολείον, πεντήκοντα δε λίρας δια τους πτωχούς.

Έχετε γειά όλοι σας. Κλάματα μανούλα μου δεν δέχομαι

Σας φιλώ εγκαρδίως

Ο πιστός σας υιός, Γρ. Ζαρωτιάδης

Δεν υπάρχουν σχόλια: