ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Πως μπορώ να λαμβάνω το Άμαστρις;

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Η γλώσσα που δεν είχε το κουράγιο να πεθάνει...


Όταν ο εκ των κορυφαίων Ποντίων φιλολόγων της πρώτης προσφυγικής γενιάς, αείμνηστος Ιορδάνης Παμπούκης, έγραφε πριν από πολλά χρόνια εκείνο το περίφημο «η ποντιακή γλώσσα δεν έχει το κουράγιο να πεθάνει», δεν θα μπορούσε να φανταστεί την τεράστια δημοτικότητα που θα γνώριζε η φράση του αυτή μέσα στην επόμενη πεντηκονταετία. Και δεν εννοώ τόσο την πανηγυρική επανάληψή της από τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου κατά το 1ο Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού (1985), όσο τη διαχρονική κακοποίηση που υφίσταται ακόμη και σήμερα από τα χείλη διαφόρων, αρμοδίων και μη, παραγόντων του ποντιακού χώρου, που τη χρησιμοποιούν δίκην μαρξιστικού τσιτάτου, προκειμένου να καλύψουν την απουσία οποιασδήποτε πολιτικής γύρω από το ζήτημα της επιβίωσης της ποντιακής γλώσσας.

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Πολύ απλά γιατί φοβάμαι ότι η ατάκα του Παμπούκη, όσο έξυπνη κι αν ακούγεται, δεν είναι πλέον σε θέση να εκφράσει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Η ποντιακή γλώσσα δεν μπορεί να έχει κανένα κουράγιο, για τον πολύ απλό λόγο ότι οι πεθαμένοι (ή έστω οι ετοιμοθάνατοι) συνήθως δεν διακρίνονται για το κουράγιο τους. Και η ποντιακή γλώσσα, τουλάχιστον με τους όρους υπό τους οποίους επιβιώνει μέσα στα πλαίσια της σύγχρονης νεοελληνικής κοινωνίας, έχει απολέσει από καιρό όλα εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να χαρακτηρίσουν μια γλώσσα ως ζωντανή και λειτουργική.

Οι ειδικοί λένε ότι «ζωντανή» ονομάζεται μια γλώσσα, που έχει ζώντες ομιλητές. Από την άποψη αυτή το γεγονός ότι η ποντιακή γλώσσα εξακολουθεί ακόμη να διαθέτει μερικές χιλιάδες χρηστών στον ελλαδικό χώρο -οι Πόντιοι των χωρών της τέως Ε.Σ.Σ.Δ. και οι ποντιόφωνοι μουσουλμάνοι της Τραπεζούντας είναι και πρέπει να θεωρούνται ειδικές περιπτώσεις- ίσως να άφηνε κάποια περιθώρια αισιοδοξίας. Δεν μπορούμε όμως να παραβλέψουμε το γεγονός ότι οι όσοι επαρκείς χρήστες της ποντιακής γλώσσας έχουν απομείνει, είναι πλέον τουλάχιστον μεσήλικες. Από την άλλη μπορούμε να εξομοιώσουμε τους χρήστες της πρώτης και δεύτερης προσφυγικής γενιάς, για τους οποίους η ποντιακή γλώσσα ήταν όχι μόνο η μητρική τους γλώσσα, αλλά και μια γλώσσα απόλυτα επαρκής να καλύψει τις επικοινωνιακές τους ανάγκες, με το σημερινό νέο, που προσπαθεί -για συναισθηματικούς κυρίως λόγους- να διασώσει μια γλώσσα φτιαγμένη για να υπηρετήσει ανάγκες ολότελα διαφορετικές από τις δικές του; Μπείτε μια μέρα στο facebook και παρακολουθήστε την προσπάθεια των νέων παιδιών από την Ελλάδα, τη Γερμανία, αλλά και την Τραπεζούντα, να επικοινωνήσουν με γραπτά μηνύματα στα ποντιακά. Θα σχηματίσετε αμέσως πλήρη εικόνα του τεράστιου προβλήματος αντιστοίχησης «σημείου» και «σημαινομένου», που έχουν να αντιμετωπίσουν. Επομένως ακόμη κι αν δεχτούμε ότι η ποντιακή γλώσσα παραμένει «ζωντανή», είναι αδύνατον να μπορέσουμε να βρούμε σοβαρά επιχειρήματα για να τη χαρακτηρίσουμε «λειτουργική». Πολύ απλά γιατί δεν είναι.

Είναι φανερό λοιπόν ότι δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: είτε βιώνουμε την τελική φάση της διαδικασίας μετάβασης της ποντιακής γλώσσας από τον κατάλογο των «ζωντανών» σε εκείνον των «νεκρών» γλωσσών, είτε -το πιθανότερο- η διαδικασία αυτή έχει ήδη συντελεστεί και εμείς απλά δεν το έχουμε καταλάβει. Εάν είναι έτσι, τότε τα κακοποιημένα «ποντιακά» που ακούμε που και που στον ελλαδικό χώρο, δεν αποτελούν σύμπτωμα κάποιας παροδικής γλωσσικής παθογένειας, αλλά τον επιθανάτιο ρόγχο ενός βαρύτατα ασθενούς, του οποίου οι οικείοι αδυνατούν να αντιληφθούν την τραγικότητα της κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει.

Ας δεχτούμε ωστόσο -ως υπόθεση εργασίας- ότι η ποντιακή γλώσσα παραμένει και ζωντανή και λειτουργική. Για να διατηρήσει αυτές τις ιδιότητες, δεν αρκεί απλώς να ομιλείται, θα πρέπει και να γράφεται. Η έννοια της γραφής όμως προϋποθέτει κάποιους κανόνες, αυτό που ονομάζουμε γραμματική. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, τους έχουμε αυτούς τους κανόνες; Κι αν ναι, πόσοι από εμάς τους γνωρίζουν;

Εδώ και πολλές δεκαετίες η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών -ο μόνος σχετικά αξιόπιστος  θεματοφύλακας της ιστορικής και πολιτισμικής κληρονομιάς του λαού μας, που κατορθώσαμε να στήσουμε στα ογδόντα χρόνια της παρουσίας μας στην Ελλάδα- έχει προχωρήσει στην κωδικοποίηση ενός συστήματος γραμματικών κανόνων, τους οποίους και εφαρμόζει απαρέγκλιτα. Σ’ αυτό αναμφίβολα συνετέλεσε αποφασιστικά το γεγονός ότι στην ηγεσία της Επιτροπής βρίσκονταν συνήθως επιφανείς φιλόλογοι και γλωσσολόγοι, όπως ο διευθυντής του «Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής» της Ακαδημίας Αθηνών, αρχιμανδρίτης Άνθιμος Παπαδόπουλος (1878-1962) και πιο πρόσφατα ο ομότιμος καθηγητής Γλωσσολογίας του Α.Π.Θ. Δημήτρης Τομπαΐδης. Η πρόταση όμως της Επιτροπής έχει -κατά την ταπεινή μας άποψη- δύο πολύ σημαντικά μειονεκτήματα. Το πρώτο είναι η σε βαθμό δογματισμού προσήλωσή της στο ιδεολόγημα της «ιστορικής γραφής», δηλαδή της αποτύπωσης στο χαρτί όχι μόνο των ίδιων των ήχων, αλλά και της ιστορικής τους διαδρομής, με αποτέλεσμα τα κείμενα της με όλα αυτά τα «περίεργα» για τους νεότερους σημεία στίξης (ψιλές, δασείες, υφέν κλπ) να φαίνονται στο μη εξοικειωμένο χρήστη σχεδόν ακαταλαβίστικα. Από το σύντομο βίο αυτού του περιοδικού μπορώ να θυμηθώ ουκ ολίγες περιπτώσεις νέων παιδιών που μου δήλωσαν κατηγορηματικά ότι δεν διαβάζουν τις ποντιακές σελίδες του περιοδικού, γιατί τους απωθεί ο τρόπος με τον οποίο είναι γραμμένες και τον οποίο πολλές φορές δεν καταλαβαίνουν.


Το δεύτερο πρόβλημα έχει να κάνει με τον βαθμό αποδοχής αυτού του τρόπου γραφής από τους επίδοξους χρήστες του. Όλες οι γραμματικές του κόσμου βασίζονται σε κανόνες και ο κανόνας εμπεριέχει από τη φύση του την έννοια του «συμβολαίου»: ένα σύνολο ανθρώπων συμφωνεί σε μια σταθερά επαναλαμβανόμενη μελλοντική συμπεριφορά, την οποία θεωρεί δεσμευτική. Κατά πόσο όμως μπορεί να θεωρηθεί ως κανόνας μια πρακτική -ακόμη κι αν είναι απόλυτα τεκμηριωμένη επιστημονικά- όταν αυτοί χάριν των οποίων θεσπίστηκε, όχι μόνο δεν την καταλαβαίνουν, αλλά αγνοούν ακόμη και την ύπαρξή της;

Ακόμη περισσότερα προβλήματα ανακύπτουν με την «ηλεκτρονική» γραφή, τη χρησιμοποίηση δηλαδή της ποντιακής γλώσσας στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και το διαδίκτυο. Πριν από μερικά χρόνια βρήκα τυχαία σε κάποια ιστοσελίδα ποντιακού ενδιαφέροντος μία πρώτη απόπειρα δημιουργίας ποντιακής γραμματοσειράς. Σας πληροφορώ ότι εκείνη η γραμματοσειρά αποσύρθηκε πολύ γρήγορα, γιατί κανείς δεν ενδιαφερόταν τότε να τη «κατεβάσει». Έκτοτε δεν ξαναασχολήθηκα με το θέμα, μέχρι που ήρθε η ώρα της έκδοσης αυτού του περιοδικού και τότε διαπίστωσα έκπληκτος ότι, όποιος επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει τον υπολογιστή του για να γράψει ένα κείμενο στα ποντιακά, δεν είχε άλλη λύση από το να αυτοσχεδιάσει, αφού πουθενά στα εκατομμύρια των ιστοσελίδων που είχε στη διάθεσή του, δεν υπήρχε μια ελεύθερα διαθέσιμη κατάλληλη γραμματοσειρά. Ήμασταν πλήρως αναλφάβητοι ψηφιακώς, όσο κι αν αυτό δεν έμοιαζε να μας απασχολεί.

Πιστεύω -κι αυτό παρακαλώ να μη θεωρηθεί ως αιχμή προς οποιονδήποτε- ότι, αν ο λεγόμενος οργανωμένος ποντιακός χώρος είχε τη διάθεση να ασχοληθεί στα σοβαρά με το θέμα της ποντιακής γλώσσας, το πρώτο που θα έπρεπε να κάνει, ήταν να προχωρήσει στη σχεδίαση και διάθεση μιας γραμματοσειράς για τις χιλιάδες των Ποντίων -ιδιαίτερα των νέων- που έχουν μάθει να θεωρούν ως βασικό εργαλείο γραφής το πληκτρολόγιο. Δεν το έκανε, όπως δεν έκανε πολλά ακόμη πράγματα που έπρεπε να είχε κάνει. Ευτυχώς που πριν από λίγες εβδομάδες ο καλός φίλος του περιοδικού -και αφανής εργάτης της ποντιακής υπόθεσης- Δαμιανός Χαραλαμπίδης, είχε την καλοσύνη να μας προμηθεύσει με μια τέτοια γραμματοσειρά, προϊόν της προσωπικής του ευαισθησίας και του ατομικού του ενδιαφέροντος για το θέμα.

Αυτά εν ολίγοις για ένα θέμα που δεν μπορεί να εξαντληθεί σε μερικές σελίδες (ούτε καν σε μερικά τεύχη) ενός περιοδικού. Εν κατακλείδι: παραμένουμε γένος ψηφιακώς αναλφάβητον και παρ’ όλα συνεχίζουμε να επικαλούμαστε με περισσή ευκολία την ατάκα του Παμπούκη. Αναρωτιέμαι όμως: το πρόβλημα είναι αν η ποντιακή γλώσσα έχει το κουράγιο να πεθάνει ή αν εμείς οι ίδιοι είχαμε ποτέ το κουράγιο να ασχοληθούμε στα σοβαρά μαζί της;

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 7 του περιοδικού Άμαστρις

Δεν υπάρχουν σχόλια: