ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Πως μπορώ να λαμβάνω το Άμαστρις;

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Αυτό το μήνα το Άμαστρις ανακρίνει το... Γιάννη Μπουτάρη !


Είχαμε προαναγγείλει ότι στο τεύχος 26 του Άμαστρις θα φιλοξενήσουμε μια συνέντευξη διαφορετική από τις υπόλοιπες. Κάποιοι το υποψιάστηκαν από την αρχή:  «λες να είναι ο Μπουτάρης;». Ναι, είναι ο Γιάννης Μπουτάρης. Για να τον ρωτήσουμε όλα όσα νιώθαμε ότι έπρεπε κάποια στιγμή να τον ρωτήσουμε. Αυτές είναι κάποιες μόνο από τις ερωτήσεις που του κάναμε. Σε λίγες ημέρες, όταν κυκλοφορήσει το τεύχος, θα έχετε την ευκαιρία να δείτε και τις απαντήσεις του, που σε αρκετές περιπτώσεις είναι αρκετά διαφορετικές απ’ αυτές που ίσως θα περιμένατε…

  • Υπάρχει μια σειρά δηλώσεών σας γύρω από ζητήματα της νεώτερης ελληνοτουρκικής ιστορίας, που έχουν πυροδοτήσει πολλές αντιδράσεις (και στον ποντιακό χώρο ακόμη περισσότερες...). Τελικά πόσο φιλοκεμαλιστής είναι ο Γιάννης Μπουτάρης;
  • Δηλαδή, ποιά είναι η προσωπική σας άποψη για τον Κεμάλ;
  • Να σας θυμίσω ότι πέρα από τις θεωρητικές διακηρύξεις τους περί ισονομίας, ισοπολιτείας κλπ, οι Νεότουρκοι έχουν καταγραφεί -ακόμη και από την τουρκική ιστοριογραφία- ως μία άκρως εθνικιστική κίνηση. Τους Αρμένιους δεν τους έσφαξε ο Κεμάλ, οι Νεότουρκοι τους έσφαξαν…
  • Ομολογώ ότι, αν αυτό το έλεγε ο δήμαρχος της Πάτρας ή του Άργους, ίσως θα ακουγόταν φυσιολογικό. Δεν είναι όμως κυνικό μια πόλη που συνδέεται με μια από τις πιο γνωστές γενοκτονίες του 20ου αιώνα, όπως το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, να δίνει την εντύπωση ότι προσπαθεί να αποκομίσει οικονομικά οφέλη από άλλες γενοκτονίες;
  • Θεωρείτε ότι τα ανοίγματα προς την άλλη πλευρά, για τα οποία μιλήσαμε προηγουμένως,  συγκεντρώνουν την αποδοχή των δημοτών σας;
  • Την ίδια στιγμή όμως οι Τούρκοι ετοιμάζονται να μετατρέψουν την Αγία Σοφία της Τραπεζούντας σε τζαμί…
  • Πριν από λίγο καιρό ανακοινώσατε σε αυτήν εδώ την αίθουσα την έναρξη μιας σειράς μαθημάτων εκμάθησης της ποντιακής διαλέκτου υπό την αιγίδα του Δήμου Θεσσαλονίκης. Γιατί ειδικά η ποντιακή διάλεκτος; Θα είχε άδικο να συσχετίσει κανείς αυτή σας την απόφαση με τη γνωστή «εμπλοκή» που σημειώθηκε πρόσφατα στις σχέσεις σας με την Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδος;
  • Το ότι οι Πόντιοι δεν είναι ενωμένοι, είναι δεδομένο. Ακόμη κι έτσι όμως, δικαιούται ο Δήμος να προσπαθεί να τους ενώσει «με το ζόρι»;
  • Οι «κακές» γλώσσες πάντως έσπευσαν να συσχετίσουν την όλη «εμπλοκή» με το γεγονός ότι στη δημοτική σας παράταξη μετέχει γόνος γνωστής ποντιακής οικογένειας, που πρωταγωνιστεί επί δεκαετίες στα ποντιακά πράγματα…
  • Ωστόσο η κατάσταση εξελίχθηκε διαφορετικά, φτάσαμε στα δικαστήρια…
  • Αν δεν απατώμαι, είσαστε ο 4ος στη σειρά Βλάχος δήμαρχος στην ιστορία της Θεσσαλονίκης. Πως εξηγείτε το γεγονός ότι δεν υπήρξε ποτέ Πόντιος δήμαρχος στην πόλη;  
  • Δεν αντέχω τον πειρασμό να μην κλείσω με μία πολιτική ερώτηση, την οποία είμαι βέβαιος ότι θα σας την έχουν κάνει πολλές φορές. Τελικά η πόλη στην οποία είσαστε δήμαρχος, είναι μια πόλη τόσο ακροδεξιά ή έστω τόσο συντηρητική, όσο την παρουσιάζουν πολλές φορές τα ρεπορτάζ των αθηναϊκών ΜΜΕ;


Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Γιώργος Παρχαρίδης: «O στόχος της ενότητας των Ποντίων έχει επιτευχθεί...»


Οι τακτικοί αναγνώστες μας γνωρίζουν πολύ καλά ότι αυτό το περιοδικό δεν προσπάθησε ποτέ να κρύψει την αυστηρή κριτική ματιά με την οποία αντιμετωπίζει το κοινωνικό φαινόμενο του λεγόμενου «οργανωμένου ποντιακού χώρου». Όχι βέβαια από διάθεση απαξίωσης των ανθρώπων που έταξαν τον εαυτό τους στην υπηρεσία του. Αλλά γιατί πιστεύουμε ότι η φυσική θέση του ποντιακού τύπου δεν είναι δίπλα τους, όπως πιστεύουν πολλοί, αλλά απέναντι τους. Αλλά και κάτι ακόμη: ότι πολλά από τα κακώς κείμενα αυτού του χώρου θα είχαν πάψει από καιρού να υφίστανται, αν ο ποντιακός τύπος ήταν κατά τι αυστηρότερος έναντι της ηγεσίας του. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία…
Με αφορμή λοιπόν τις πολλές και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προκλήσεις στις οποίες καλείται να ανταποκριθεί αυτή την περίοδο ο χώρος των ποντιακών σωματείων, σκεφτήκαμε να εγκαινιάσουμε μια σειρά συνεντεύξεων με τους σημαντικότερους από τους εκπροσώπους του. Ασφαλώς θα ακολουθήσουν πολλοί, από κάθε πλευρά του πολύχρωμου ποντιακού φάσματος. Στοιχειώδης όμως επίγνωση του χώρου και των συσχετισμών που επικρατούν σε αυτόν, καθιστούσαν την επιλογή του προέδρου της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος Γιώργου Παρχαρίδη, ως πρώτου καλεσμένου μας,  σχεδόν αυτονόητη. 
Στο παρελθόν και ιδίως την περίοδο της τελευταίας επανεκλογής του, εξέφρασα σοβαρές ενστάσεις για πολλές από τις επιλογές του Γιώργου Παρχαρίδη, κι αυτό παρά την μακροχρόνια γνωριμία μας. Δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να ενοχλήθηκε. Άλλωστε είναι γνωστό ότι ο Γιώργος Παρχαρίδης δεν είναι το είδος του ανθρώπου που του αρέσει η κριτική. Παθιάζεται τόσο πολύ με αυτό που κάνει, που τις περισσότερες φορές δεν βρίσκει το χρόνο να προσπαθήσει να μπει στη θέση του «άλλου». Είναι κάτι που δημιουργεί πολλές φορές την εικόνα μιας εμπάθειας, που τον αδικεί. Γιατί όσοι τον γνωρίζουν επί πολλά χρόνια, ξέρουν πολύ καλά ότι στην πραγματικότητα  είναι πολύ πιο ανθρώπινος, απ’ όσο το αυστηρό ηγετικό του προφίλ αφήνει να διαφανεί.
Στο Γιώργο Παρχαρίδη καταλογίζω πολλά πράγματα. Εκείνο όμως που δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να του καταλογίσω (σε αντίθεση με πολλούς άλλους από το χώρο μας) είναι η προσπάθεια εκμετάλλευσης  της  ανάμιξής του με τα ποντιακά πράγματα χάριν άλλων, προσωπικής φύσης, σκοπιμοτήτων. Γνωρίζω πολύ καλά ότι και μόνο η θέση του προέδρου της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας, στην οποία πρόσφατα διαδέχτηκε τον τ. υπουργό κ. Δ. Κρεμαστινό, θα ήταν αρκετή για να κάνει τρισευτυχισμένους πολλούς από τους συναδέλφους του πανεπιστημιακούς. Κι όμως αυτός εξακολουθεί να αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στο μεγάλο του πάθος, τη Παμποντιακή.  Και κάθε φορά που θυμώνω με μία απόφασή του, με την οποία διαφωνώ, έρχεται στο νου μου αυτό που μου είπε κάποτε ένα ιστορικό στέλεχος του χώρου, το οποίο μάλιστα δε διατηρεί και τις καλύτερες σχέσεις μαζί του: «μπορείς να του αρνηθείς τα πάντα, όχι όμως και τον απροσποίητο, το σχεδόν πρωτόγονο, ποντιακό πατριωτισμό του. Και μην ξεχνάς ότι την εποχή που εμείς ντρεπόμασταν να μιλήσουμε ποντιακά ακόμη και στα χωριά μας, ο Παρχαρίδης, φέρελπις εισηγητής της Καρδιολογίας και ανερχόμενο τότε αστέρι της Ιατρικής, φωνασκούσε στα ποντιακά εν μέσω της Εγνατίας και επέμενα να χαιρετά στα ποντιακά κάθε Πόντια γριούλα που συναντούσε στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία, κάνοντάς την περήφανη για τη ράτσας της…»

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Στη βιβλιοθήκη του Κανδηλάπτου


Εκτιμούσα πάντα το έργο του μεγάλου Γεωργίου Κανδηλάπτου-Κάνεως. Τον θεωρούσα ως έναν από τους κορυφαίους -αν όχι τον κορυφαίο- των Ποντίων λογίων της 1ης προσφυγικής γενιάς. Εκεί βέβαια που υποκλίθηκα άφωνος, ήταν όταν ο φίλος εκδότης Τάσος Κυριακίδης με κάλεσε να μου δείξει τα "σκαναρίσματα" του Κανδηλάπτη: σε μια εποχή που η φωτογραφική μηχανή ήταν αποκλειστικό προνόμιο των επαγγελματιών φωτογράφων ή ορισμένων βαθύπλουτων ερασιτεχνών, γύρω στο 1910, ο νεαρός Κανδηλάπτης όργωνε τη Χαλδία και με τη βοήθεια διαφανούς ρυζόχαρτου αντέγραφε όλα τα σπάνια βυζαντινά χειρόγραφα και τις μικρογραφίες που βρίσκονταν κλειδωμένα στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών. Πριν από λίγες ημέρες είχα μια ακόμη ευκαιρία να θαυμάσω την εργατικότητα και την οξύνοια του. Φιλοξενούμενος του Συλλόγου Ποντίων Πεύκων "Οι Ρίζες" (ενός μικρού χωριού κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα, που κρατά όσο κανένα άλλο στην Ελλάδα τη Σανταίικη παράδοση), επέμεινα για μία ακόμη φορά να κοιμηθώ στο υπέροχο πέτρινο πολιτιστικό κέντρο, που στην πρόσοψή του αναγράφει "Σαντάς Μοτόσ'" (Μοτόσ', δηλαδή "μετόχιον" αποκαλούσαν οι πρόγονοί μου τον κλειστό χώρο για τις μεγάλες κοινωνικές συναθροίσεις, που διατηρούσε κάθε μία από τις επτά κοινότητες της Σαντάς). Το κτίριο είναι πέτρινο και τα μεσημέρια του καλοκαιριού ανεβάζει θερμοκρασίες που δεν μπορεί να τις αντέξει άνθρωπος. Πέρα όμως από τις πάμπολλες σπάνιες φωτογραφίες που κρέμονται στους τοίχους του, κρύβει έναν ακόμη πολύτιμο θησαυρό: το σημαντικότερο ίσως τμήμα της βιβλιοθήκης του Κανδηλάπτου, που αγόρασε ο σύλλογος του μικρού χωριού (των μόλις 25 μονίμων κατοίκων !), προκειμένου να το διασώσει. Ανάμεσα λοιπόν σε ένα δωμάτιο με αιρ-κοντίσιον και την υπέροχη βιβλιοθήκη του Κανδηλάπτου, εγώ τουλάχιστον προτιμώ το δεύτερο. Πέρασα δύο δύσκολες μέρες διαβάζοντας τα χειρόγραφά του (τα περισσότερα τα έχω διαβάσει από τις εξαιρετικά επιμελημένες εκδόσεις των Αφων Κυριακίδη, αλλά είναι άλλο να διαβάζεις ένα τυπωμένο βιβλίο και άλλο το ίδιο το χειρόγραφο με τις μουτζούρες, τις διορθώσεις και κυρίως τις υποσημειώσεις του ίδιου του συγγραφέα). Όποιος φίλος επισκεφθεί την Αλεξανδρούπολη, ας πάει μια βόλτα μέχρι τα Πεύκα. Σίγουρα δεν θα χάσει...

Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Οι Ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι του Πόντου

Του Κωνσταντίνου Φωτιάδη
Καθηγητή Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού
στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας
Προέδρου του Κέντρου Ποντιακών Μελετών

Μια ιδιαίτερα τραγική κατηγορία κατοίκων, που διαβιούν ακόμη σήμερα στον Πόντο, είναι οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι των περιοχών Tόνυας, Όφεως, Σουρμένων και Mατσούκας, οι οποίοι αλλαξοπίστησαν βίαια το 17ο και 18ο αιώνα, αλλά στην πλειοψηφία τους δεν ξέχασαν την καταγωγή τους. O χρόνος και οι βίαιες μέθοδοι αφομοίωσης, που συστηματικά αξιοποιήθηκαν, μπορεί να αλλοίωσαν δεν εξαφάνισαν όμως την ιστορική τους μνήμη. Σήμερα, 75 χρόνια μετά τη Mικρασιατική Kαταστροφή, διατηρούν ακόμη ατόφια την ποντιακή γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις, τα τραγούδια και τους χορούς. Διασώζουν με θρησκευτική ευλάβεια προγονικά κειμήλια που βεβαιώνουν την ελληνοχριστιανική καταγωγή τους.

Για την ταυτότητα των ελληνόφωνων μουσουλμάνων ο ηγούμενος της μονής του Αγίου Iωάννου του Bαζελώνος, Πανάρετος, σε έκθεσή του προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας, το 1920, γράφει: «Είναι Έλληνες οι οποίοι δια της βίας εξισλαμίσθηκαν κατά τους μαύρους αιώνας της δουλείας, και πρεσβεύουσι και σήμερον τον μωαμεθανισμόν, αλλ’ έχουσι μητρικήν γλώσσαν την ελληνικήν, αναγνωρίζουσι την εξ’ Eλλήνων, βία εξισλαμισθέντων, καταγωγήν των, και διατηρούσι τα ελληνικά ήθη και έθιμά των, εν πολλοίς. Oύτοι φυλάττουσι τα ιερά εκκλησιαστικά σκεύη, βιβλία και άμφια των πατέρων των, ως κειμήλια, και επ’ ουδενί λόγω δεν συγκατατίθενται εις την απαλλοτρίωσιν αυτών. Tην τουρκικήν, μανθάνουσιν εν τοις σχολείοις, αι δε γυναίκες των ομιλούσιν ευφραδέστερον την ελληνικήν. Kαι τούτο, ενώ περιβάλλονται υπό τουρκικών πληθυσμών».

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

«Η Τραπεζούντα που γνώρισα, δεν υπάρχει πια…»



Συνέντευξη του Ομέρ Ασάν στον Δ.Πιπερίδη (Περιοδικό Άμαστρις τεύχος 11 -Απρ.2010)



Το τηλεφώνημα του Αλέξη Παρχαρίδη ήρθε εντελώς απροειδοποίητα, ως κεραυνός εν αιθρία:

-«Έρχεται για λίγες ημέρες στη Θεσσαλονίκη ο Ομέρ Ασάν. Θα σε ενδιέφερε μια συνέντευξη μαζί του;»

Η κατάφαση ήταν φυσικά αυτονόητη. Άλλωστε μια συνέντευξη με το συγγραφέα του κλασσικού πλέον βιβλίου «ο Πολιτισμός του Πόντου» ήταν στα σχέδιά μου από καιρό, σχεδόν από την πρώτη στιγμή της έκδοσης αυτού του περιοδικού. Πολύ περισσότερο που ο Ομέρ δεν ερχόταν για μία απλή τουριστική επίσκεψη, αλλά για μία σημαντική συνάντηση συγγραφέων και διανοουμένων από την Τουρκία με έλληνες ομότεχνούς τους, που θα ελάμβανε χώρα στο πλαίσιο της διεθνούς έκθεσης βιβλίου της Θεσσαλονίκης.

Πριν προλάβω όμως να αναρωτηθώ τι σχέση μπορεί να έχει ο Αλέξης με το νεαρό συγγραφέα από την Τουρκία που πριν από λίγα χρόνια είχε προσελκύσει τα φώτα της δημοσιότητας (ακόμη και του αθηναϊκών ΜΜΕ!) γιατί τόλμησε για πρώτη φορά στη ιστορία του νεώτερου τουρκικού κράτους να χρησιμοποιήσει τον απαγορευμένο όρο «Πόντος», θυμήθηκα ότι στα φοιτητικά μου χρόνια, μου έτυχε αρκετές φορές να τηλεφωνήσω στο σπίτι του Αλέξη στη Θεσσαλονίκη και να μου απαντήσει κάποιος με χαρακτηριστική μαυροθαλασσίτικη προφορά και σπασμένα νεοελληνικά. Και τότε κατάλαβα ότι ο Ομέρ, ο νεαρός σπουδαστής από την Τραπεζούντα που φιλοξενούσαν οι φίλοι μου στις αρχές της δεκαετίας του 1990 στη Θεσσαλονίκη, με τον οποίο μιλούσα συχνά στο τηλέφωνο χωρίς ποτέ να γνωριστούμε από κοντά, και ο Ομέρ Ασάν, που είχε προκαλέσει με το πρωτοποριακό βιβλίο του την άδικη μήνιν της τουρκικής δικαιοσύνης σε χαλεπούς καιρούς, ήταν το ίδιο και το αυτό πρόσωπο.

Τις μέρες της επίσκεψης του στη Θεσσαλονίκη είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον Ομέρ Ασάν από κοντά. Τον συνόδευσα, όπως και κάποιους από τους συγγραφείς της συντροφιάς του, στο Μεσαίο Θεσσαλονίκης, όπου αναζητούσε πρόσφυγες από την Ορντού για να προετοιμάσει ένα ντοκιμαντέρ με θέμα την ανταλλαγή των πληθυσμών (παρεμπιπτόντως πρέπει να σημειώσω ότι η πιο «γενναία» τέχνη σήμερα στη σύγχρονη Τουρκία, δεν είναι η συγγραφή, πολύ περισσότερο η ιστορική, αλλά το ντοκιμαντέρ. Για τις πολύ σημαντικές όμως εξελίξεις σε αυτό τον τομέα επιφυλάσσομαι να επανέλθω σε ένα μελλοντικό ρεπορτάζ με τίτλο «το ποντιακό ζήτημα στο σύγχρονο τουρκικό κινηματογράφο»). Παράλληλα, παρακολούθησα από κοντά τις δύο συναντήσεις που διοργάνωσε στο χώρο της ΔΕΘ την πρώτη με Κωνσταντινουπολίτες και τη δεύτερη με Μαυροθαλασσίτες συγγραφείς. Αυτό που κράτησα από αυτή την ολιγοήμερη συναναστροφή μου με τον Ομέρ, δεν είναι τόσο η εικόνα του προοδευτικού διανοούμενου με τη στέρεη συγκρότηση και τη διεισδυτική ματιά στην εξέλιξη των σύγχρονων κοινωνιών (αυτήν άλλωστε την είχα κι από πριν, από την εποχή που πρωτοδιάβασα το βιβλίο του). Είναι κυρίως η εικόνα του δικαιωμένου ανθρώπου, του ανθρώπου που είναι πλέον βέβαιος ότι πολλά από αυτά για τα οποία πάλεψε, τείνουν να καταστούν πραγματικότητα. Και είναι γεγονός ότι όσες φορές τους τελευταίους μήνες είχα την ευκαιρία να συζητήσω με συγγραφείς ή διανοουμένους από την Τουρκία, έβλεπα πάντοτε στο βλέμμα τους αυτή την απόλυτη βεβαιότητα ότι η ιστορική συνάντηση του λαού τους με τα πανανθρώπινα αγαθά της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει πλέον δρομολογηθεί νομοτελειακά. Ας ελπίσουμε ότι έχουν δίκιο…